War and peace with the self

Πόλεμος και ειρήνη με τον εαυτό

Anger. Impatience. Frustration. Ego. Ring any bells? How loyal are these fellow travellers in your art’s odyssey?

Let’s not discuss film for a while. Let’s see this from another art’s perspective.

Masakatsu agatsu

I practice the Japanese art of aikido for about two years and a half.

I am a martial arts lover, but the first thing that nudged me towards aikido in particular was one of its fundamental principles, “masakatsu agatsu.” It freely translates to “true victory is victory over oneself.”

Catchy, huh? And absolutely true.

Having my own issues with impatience, anger, and ego, I was amazed to find a martial art that focuses so much on inner growth; one that points out who the opponent really is.

Indeed, the greatest victory in life is being at peace with oneself. This is, I suppose, one of the reasons that aikido is also known as the Art of Peace.

Nevertheless, following a path that leads to peace does not automatically make you peaceful. The path is not the end.

What I mean is: it is easy to get distracted by the external goals of any art, by excelling in technique, by advancing in rank, by becoming a professional, even a famous one, and lose sight of the real goal: inner growth.

One can be a highly skilled and acclaimed artist, at war with one’s own self.

The story

At the school where I practise aikido, a fellow practitioner told me the following weird tale, which demonstrates the previous point.

A few years ago, during a seminar, he paired up at some point with a 6th-dan black belt, a high-ranking teacher of some other school. Being an absolute beginner, he had some trouble executing the technique they were working on. Strangely enough, the black belt got irritated and, hissing something rude at him, he hit him with an unrestrained atemi, that is a punch to the beginner’s mouth. My fellow stopped, bowed, and left, in perfect accordance with the aikido spirit and etiquette, to take care of his slit lip.

Please note that the black belt never apologised.

Story analysis

I didn’t have the opportunity to cross-examine every witness, but I do believe the story happened in more or less the way my fellow narrated it.

One response to this tale could be to define the 6th-dan black belt as an asshole (or another neighbouring body part) and forget about the whole event. It is a fairly common response and a much healthier one than, for example, getting angry and wanting to retaliate. (Especially versus 6 dan.)

There is a deeper lesson, here, though.

Let’s strip any negative emotions off the event, for a moment. Atemi like that one are not uncommon, during high-level practice, in which black belts can deal with them without getting hurt. Even more, black belts are supposed to practise with more and more realistic moves, as they advance.

During beginner practice, though, the exchange of punches is figurative. In other words, when you throw ―restrained― atemi at beginners, you are doing it to teach them how to be on guard, not to break their noses. A black belt knows better than expecting a beginner to handle a normal punch in the face.

Thus, I can give only one explanation for the black-belts reaction: anger. Chronic, suppressed, explosive anger, triggered by impatience towards the apparently trivial matter of waiting for a beginner to correctly apply some technique.

Okay, everyone loses it, from time to time. However, the black belt did not apologise for losing it.

Not apologising is a sign of something perhaps more harmful than explosive anger: ego. A device that thrives on keeping one at war with oneself.

This is the point that attracted my interest more than anything: a teacher of the Art of Peace is at war with himself. Its irony is screaming for a movie adaptation.


I am not sure what the moral of the story is, but here are some afterthoughts:

  • These are two different things: excelling at the form of an art and at the art itself. The art is more than just its form ―I certainly disagree with formalism. You can have an excellent technique, without ever touching the essence. At best, your art will be a soulless “perfection.” This is true for martial arts, as well as any art of the body or mind or the fine arts or music or writing or acting or directing.
  • You shouldn’t expect anger to disappear simply because you advance externally and professionally. Perhaps the issue of anger fades under the light of mastery, but it is still there, until you address it directly. How? Well, this is the personal journey of each of us.
  • It can take years or decades to put your finger on and solve such issues. Patience is our best friend, but we bully it away, by wanting things to happen NOW and getting angry when they don’t. Honesty is another crucial factor. Pretending that everything is okay, simply puts off true healing of these issues.
  • We are not supposed not to get angry, but we can always make amends, if we become abusive, right?
Θυμός. Ανυπομονησία. Σύγχυση. Εγωισμός. Σας θυμίζουν κάτι; Πόσο πιστοί σύντροφοι είναι, στην οδύσσεια της τέχνης σας;

Ας μη συζητήσουμε για κινηματογράφο, για λίγο. Ας δούμε αυτό το ζήτημα από τη σκοπιά μιας άλλης τέχνης.

Masakatsu agatsu

Προπονούμαι στην ιαπωνική τέχνη του αϊκίντο για περίπου δυόμισι χρόνια.

Είμαι θαυμαστής των πολεμικών τεχνών, αλλά το πρώτο πράγμα που με τράβηξε στο αϊκίντο συγκεκριμένα ήταν μία από τις θεμελιώδεις του αρχές, το “masakatsu agatsu.” Μεταφράζεται ελεύθερα ως “η αληθινή νίκη είναι αυτή επί του εαυτού.”

Πετυχημένο, έτσι; Και απόλυτα αληθινό.

Έχοντας τα δικά μου θέματα με την ανυπομονησία, τον θυμό, και τον εγωισμό, ενθουσιάστηκα που βρήκα μια πολεμική τέχνη που εστιάζει τόσο πολύ στην εσωτερική ωρίμανση· που δείχνει ποιος είναι ο πραγματικός αντίπαλος.

Πραγματικά, η μεγαλύτερη νίκη στη ζωή είναι η ειρήνη με τον εαυτό. Ίσως αυτός είναι και ένας από τους λόγους που το αϊκίντο είναι γνωστό και ως η Τέχνη της Ειρήνης.

Ωστόσο, το να ακολουθείς ένα μονοπάτι που οδηγεί στην ειρήνη δε σημαίνει ότι έχεις ειρήνη μέσα σου. Το μονοπάτι δεν είναι ο προορισμός.

Τι εννοώ: είναι εύκολο να ξεχαστεί κάποιος, επηρεασμένος από τους εξωτερικούς στόχους της τέχνης του, από την τελειοποίηση της τεχνικής του, από την ίδια την ανέλιξή του σε επίπεδα ή ιεραρχία, καθώς και από τον επαγγελματισμό και τη φήμη, και να χάσει από το νου του τον αληθινό στόχο: την εσωτερική ωρίμανση.

Μπορεί κάποιος να είναι επιδέξιος και αναγνωρισμένος τεχνίτης, αλλά σε πόλεμο με τον ίδιο τον εαυτό του.

Η ιστορία

Στη σχολή όπου προπονούμαι, ένας συμμαθητής μου μού είπε την παρακάτω παράξενη ιστορία, η οποία υπογραμμίζει το προηγούμενο συμπέρασμα.

Λίγα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια ενός σεμιναρίου στο αϊκίντο, ο συμμαθητής μου έκανε κάποια στιγμή ζευγάρι με μια 6ου dan μαύρη ζώνη, επικεφαλής κάποιας άλλης σχολής. Καθώς ήταν εντελώς αρχάριος, βρήκε δυσκολία στο να εκτελεί κάποια από τις τεχνικές που δούλευαν. Περιέργως, η μαύρη ζώνη εκνευρίστηκε και, σφυρίζοντάς του κάτι που δε γράφεται σε καθωσπρέπει έντυπα, τού έριξε ένα atemi, δηλαδή μια γροθιά στο στόμα. Ο συμμαθητής μου σταμάτησε, υποκλίθηκε, και αποχώρησε, σε απόλυτη συμφωνία με το πνεύμα και την ετικέττα του αϊκίντο, για να φροντίσει το σκισμένο του χείλος.

Ας σημειωθεί ότι η μαύρη ζώνη δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη.

Ανάλυση της ιστορίας

Δεν είχα την ευκαιρία να εξετάσω όλους τους μάρτυρες, όμως πιστεύω ότι η ιστορία συνέβη πάνω κάτω όπως ο συμμαθητής μου την αφηγήθηκε.

Μια αντίδραση σε αυτό το συμβάν θα ήταν να χαρακτηρίσεις την 6ου dan μαύρη ζώνη ως “ζώον” και να ξεχάσεις το όλο περιστατικό. Είναι μια αρκετά κοινή αντίδραση και πολύ υγιέστερη από το να θυμώσεις και να θέλεις να εκδικηθείς. (Ειδικά απέναντι σε 6 dan.)

Υπάρχει, όμως, και ένα βαθύτερο μάθημα.

Ας αφαιρέσουμε προς στιγμήν κάθε αρνητικό συναίσθημα από το συμβάν. Atemi σαν και εκείνο δεν είναι ασυνήθιστα, κατά την προπόνηση μαύρων ζωνών στο aikido, οι οποίες ξέρουν να τα αντιμετωπίζουν χωρίς να χτυπούν. Επιπλέον, οι μαύρες ζώνες επιβάλλεται να προπονούνται με όλο και πιο ρεαλιστικές κινήσεις, όσο εξελίσσονται στην τέχνη.

Κατά την προπόνηση αρχαρίων, όμως, η ανταλλαγή γροθιών είναι εικονική. Με άλλα λόγια, όταν ρίχνεις ―συγκρατημένο― atemi σε αρχάριο, το κάνεις για να τού διδάξεις πώς να αμύνεται και όχι για να τού σπάσεις τη μύτη. Μια μαύρη ζώνη ξέρει καλά ότι δεν απαιτείται από έναν αρχάριο να αντιμετωπίσει αληθινή γροθιά στο πρόσωπο.

Οπότε, μπορώ να δώσω μόνο μια εξήγηση για τη συμπεριφορά της μαύρης ζώνης: θυμό. Χρόνιο, καταπιεσμένο, εκρηκτικό θυμό, πυροδοτημένο από ανυπομονησία απέναντι στο φαινομενικά ασήμαντο ζήτημα του αν ένας αρχάριος θα εκτελέσει σωστά μια τεχνική.

Εντάξει, όλοι χάνουμε τον έλεγχο πού και πού. Ωστόσο, η μαύρη ζώνη δεν ζήτησε συγγνώμη για αυτό.

Το να μη ζητά κάποιος συγγνώμη είναι σημάδι στοιχείου βλαβερότερου από τον εκρηκτικό θυμό: του εγωισμού· μιας μηχανής που τρέφεται βάζοντάς μας σε πόλεμο με τον εαυτό μας.

Αυτό είναι και το σημείο που μού κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον σε αυτή την ιστορία: ένας δάσκαλος της Τέχνης της Ειρήνης, σε πόλεμο με τον εαυτό του. Η ειρωνεία της φράσης ζητά απεγνωσμένα μεταφορά της ιστορίας στη μεγάλη οθόνη.


Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας, ωστόσο να μερικές σκέψεις:

  • Το να κατέχεις τη φόρμα μιας τέχνης και το να κατέχεις την ίδια την τέχνη είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Η τέχνη είναι κάτι περισσότερο από τη μορφή της ―διαφωνώ, φυσικά με τον φορμαλισμό. Μπορείς να έχεις εξαιρετική τεχνική, αλλά να μην αγγίξεις ποτέ την ουσία. Η τέχνη σου, στην καλύτερη περίπτωση, θα είναι μια άψυχη “τελειότητα.” Αυτό ισχύει για τις πολεμικές τέχνες, για κάθε τέχνη του σώματος και του νου, όπως και για τις καλές τέχνες και για τη μουσική, το γράψιμο, την ηθοποιία, και τη σκηνοθεσία.
  • Είναι μάταιο να περιμένεις τον θυμό να εξαφανιστεί, μόνο και μόνο επειδή αναπτύσσεις της τεχνική σου και εξελίσσεσαι επαγγελματικά. Το θέμα του θυμού μπορεί να ξεθωριάζει στο φως της δεξιοτεχνίας, αλλά υπάρχει πάντοτε, μέχρι να το αντιμετωπίσεις ευθέως. Πώς; Αυτό είναι το προσωπικό ταξίδι του καθενός μας.
  • Μπορεί να πάρει χρόνια ή δεκαετίες ή μια ζωή ολόκληρη μέχρι να εντοπίσεις και να επιλύσεις τέτοια θέματα. Η υπομονή είναι ο καλύτερος φίλος, αλλά συνήθως την εξορίζουμε, θέλοντας τα πράγματα να λυθούν ΤΩΡΑ και θυμώνοντας όταν αυτό δε γίνεται. Η ειλικρίνεια απέναντι σε αυτά τα θέματα είναι επίσης βασικός παράγοντας. Το να παριστάνουμε ότι τα έχουμε ξεπεράσει απλώς αναστέλλει τη θεραπεία τους.
  • Δε μας ζητείται να μη θυμώνουμε ποτέ· ωστόσο, μπορούμε πάντα να επανορθώνουμε όταν γινόμαστε βίαιοι, σωστά;

Elements of style

Στοιχεία ύφους


A while ago, during my conversation with an actor, we referred to the subject of a director’s style. “Isn’t this what directors must do?” he asked in a rhetorical tone. “Find their own style?”

I answered gently, without externalising my impulsive reaction:

Hell, no! Find their own style is not what directors must do!

Of course, I do believe that every mature artist has a style of their own. Nevertheless, I don’t consider part of an artist’s job description pursuing this style. I don’t consider style to be the end, but a mere side effect; an indication; a symptom of who the human behind the artist is. As a consequence, sweating over inventing a style is reversing the natural process of things.

I believe that style develops organically and certainly not exclusively through conscious thought. The person itself is the source, not some acrobatic process of the intellect. If an artist has an obligation, it is to allow the style to emerge and not to force it upon the work. This is one’s obligation towards the audience and oneself.

In film directing, a style is defined by factors like framing, camera moves, rhythm of action, rhythm of edit, acting tone, colour palette, and others.

Any references to the styles of known directors lead to symptomatic approaches. Can there really be another kind of approach, if one takes style as a starting point, which derives from factors as complex as idiosyncrasy or personal experiences?

Of course, one can explain some elements of style, based upon e.g. a director’s film education or cultural origin. All the same, absolutely matching curriculum vitae and style is a crude -and probably doomed- endeavour. One’s style is as particular an element as one’s personality itself. Furthermore, consciously forcing a style upon the artwork is equivalent to adopting an imaginary persona in order to deal with the challenges of everyday life.

Your style

This article’s intention is -if not to help you find a style of your own- to encourage you, at least, to get rid of the anxiety associated with its pursuit. The question is: will you let your natural style emerge or will you be too busy forcing a forged one upon your work?

Having made my position on the subject explicitly clear, I give some questions that are to help you, if you are puzzled with the issue of your style’s genuineness:

  • Do you feel it comes naturally and impulsively or in a forced way?
  • Do you feel comfortable with it? Do you like it? Do you have a good time working in it or do you feel oppressed?
  • Do you think that a particular style must be yours? Do you force a rigid style upon your work, while secretly envying other people’s more laid-back styles?

Keep the elements that make you feel comfortable and change the ones that do not. I always have as a guide the joy of a process. If a work sucks, it is wrongly done.

You will of course study the styles of other artists. This is not the same with copying them and forcing them into your own work. By remaining relaxed and open towards the issue of style, you create the conditions for your own style to flourish, gradually, through working.

I repeat: gradually, through working.

If, as beginners, you are to adopt a style, let it be that of perseverance and patience.

Πριν από λίγο καιρό, κατά την κουβέντα μου με έναν ηθοποιό, έγινε αναφορά στο ζήτημα του σκηνοθετικού ύφους. “Αυτό δεν οφείλουν να κάνουν οι σκηνοθέτες;” με ρώτησε με ρητορικό τόνο. “Να βρίσκουν το δικό τους στυλ;”

Απάντησα ευγενικά, χωρίς να εξωτερικεύσω την ορμητική αντίδρασή μου:

Ε, όχι, που να πάρει ο διάολος. Το να βρίσκουν το δικό τους στυλ δεν είναι αυτό που οφείλουν να κάνουν οι σκηνοθέτες!

Φυσικά και πιστεύω ότι κάθε ώριμος δημιουργός έχει το δικό του ιδιαίτερο ύφος. Ωστόσο, δε θεωρώ ότι δουλειά ενός δημιουργού είναι η επιδίωξη ιδιαίτερου ύφους. Θεωρώ το ύφος παραπροϊόν και όχι αυτοσκοπό· μια ένδειξη· ένα σύμπτωμα για το ποιος είναι ο άνθρωπος πίσω από τον δημιουργό. Συνεπώς, το να ιδρώνει κάποιος να εφεύρει το στυλ του είναι για μένα ανάποδη διαδικασία.

Πιστεύω ότι το ύφος αναπτύσσεται οργανικά και μάλιστα όχι αποκλειστικά μέσω της συνειδητής νόησης. Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι η αυθόρμητη πηγή και όχι τα οποιαδήποτε σοφίσματα του συνειδητού νου του. Αν ο καλλιτέχνης οφείλει κάτι, αυτό είναι να επιτρέπει στο στυλ να αναδύεται και όχι να το βιάζει, επιβάλλοντάς το στο έργο του. Αυτή είναι η οφειλή του απέναντι στο κοινό και στον ίδιο του τον εαυτό.

Στην κινηματογραφική σκηνοθεσία, το στυλ ορίζεται από διάφορες παραμέτρους, όπως την επιλογή κάδρου, τις κινήσεις κάμερας, τον ρυθμό δράσης, τον ρυθμό μοντάζ, τον τόνο των ερμηνειών των ηθοποιών, τη χρωματική παλέτα, κ.α.

Οι αναφορές στα ύφη γνωστών σκηνοθετών συνεπάγονται συμπτωματικές προσεγγίσεις. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι, εξάλλου, μια προσέγγιση που έχει ως αφετηρία το ύφος, κάτι που πηγάζει από σύνθετους και αστάθμητους παράγοντες, όπως την ιδιοσυγκρασία και τα βιώματά των δημιουργών;

Φυσικά και μπορεί κάποιος να εξηγήσει κάποια στοιχεία του στυλ, βάσει πχ. της κινηματογραφικής παιδείας ή της καταγωγής κάποιου δημιουργού, αλλά η απόλυτη αντιστοίχιση βιογραφικού και ύφους μοιάζει άστοχο και χονδροειδές εγχείρημα. Το στυλ ενός δημιουργού είναι στοιχείο ιδιαίτερο όσο η ίδια η προσωπικότητά του. Το να επιβάλλει κάποιος ένα συνειδητό στυλ στην τέχνη του είναι αντίστοιχο του να επινοεί μια περσόνα για να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους στη ζωή του.

Το δικό σας ύφος

Η πρόθεση του παρόντος κειμένου είναι, αν όχι να σας βοηθήσει να βρειτε το δικό σας ύφος, τουλάχιστον να σας ενθαρρύνει να ξεφορτωθείτε το όποιο άγχος έχετε γύρω από το στυλιστικό κυνηγητό. Το ερώτημα είναι: θα αφήσετε το φυσικό ύφος σας να αναδυθεί ή θα είστε υπερβολικά απασχολημένοι με το να επιβάλλετε στο έργο σας ύφος πλαστό και επίκτητο;

Έχοντας λοιπόν ξεκαθαρίσει τη θέση μου, συνεχίζω με μια σειρά από ερωτήματα που θα σας βοηθήσουν, αν προβληματίζεστε πάνω στο ζήτημα της γνησιότητας του στυλ σας:

  • Νιώθετε ότι βγαίνει αυθόρμητα και αβίαστα ή πιεσμένα;
  • Αισθάνεστε άνετα μαζί του; Σας αρέσει; Περνάτε καλά με αυτό το ύφος ή καταπιέζεστε;
  • Θεωρείτε ότι σας αρμόζει, σας πρέπει το συγκεκριμένο ύφος; Επιβάλλετε στη δουλειά σας αυστηρό ύφος, ζηλεύοντας στα κρυφά το ανέμελο ύφος άλλων καλλιτεχνών;

Κρατήστε τα στοιχεία που σάς αρέσουν και που σάς κάνουν να αισθάνεστε άνετα και αλλάξτε αυτά που συντελούν στο αντίθετο. Πάντοτε έχω ως οδηγό τη χαρά που προσφέρει μια διαδικασία. Αν κάτι μοιάζει με αγγαρεία, τότε γίνεται με λάθος τρόπο.

Βεβαίως και θα μελετήσετε τα ύφη άλλων δημιουργών. Αυτό απέχει πολύ από το να τα αντιγράψετε και να επιβάλλετε στη δική σας δουλειά ύφος τεχνητό. Μένοντας χαλαροί και ανοιχτοί απέναντι σε αυτό το ζήτημα, δημιουργείτε τις κατάλληλες συνθήκες για να ευδοκιμήσει, σιγά σιγά, μέσα από τη δουλειά, το δικό σας ύφος.

Επαναλαμβάνω: σιγά σιγά, μέσα από τη δουλειά.

Αν, ως αρχάριοι, πρόκειται να υιοθετήσετε ένα ύφος, ας είναι αυτό της εργατικότητας και της υπομονής.

A change of strategy

Αλλαγή στρατηγικής


Another year comes to its end and familiar thoughts come to my mind: “Where do I stand? Am I where I want to be?” More specifically: “Am I in the position of being able to live off my creativity?”

This year’s answer is still “no.”

After these yearly (or more frequent) reality checks, I usually concluded that I had to crack the whip and “work harder.”

“I will work harder” was the horse’s motto, in Orwell’s Animal Farm, and he dropped dead after a few pages. Here I am, carrying the same belief: ten years now, “I am working harder,” but I have still not reached the desired outcome (or rather: income).

(Some pig is messing with me, I suppose.)

Long story short, this year, I have decide to change my strategy. I decide that “working harder” is just a bunch of crap of a solution.

I am not suggesting that, within the last ten years, I haven’t had anything interesting going on, in my professional life. Ten years ago today, having just graduated from the school of architecture, I was in the Greek army, reading Proust’s second volume, and waiting for a reply as an applicant to the UK’s National Film and Television School.

Flash forward to today: I have several short films in my resumé, as well as a screenwriting credit for a feature film, I have designed and taught seminars on screenwriting, illustrating, and making comics, and I have read the whole book of Proust. (Score!)

Nevertheless, year after year, I still don’t get the satisfaction of seeing my professional life rolling according to some decent account balance from my creative activities.

Every year, I feel stuck in the mud and looking for somebody to blame. Greece is to blame. (When I lived in the UK, the UK was to blame!) My past choices are to blame. (Why did I study architecture? Why didn’t I go straight into film? Why did I have to lose time? Stuck in the mud, I can see the carriage carrying my dreams, like gifts from Santa Claus, getting smaller and smaller towards the horizon. I have to get out of the mud! I have to reach the carriage! I HAVE TO MAKE IT IN THIS BUSINESS!

And I am desperately trying to define what “it” is that I have to make, but I keep “it” comfortably vague, depicting “it” as a magical potion of some american dream, red carpets, seven-figure deals and other sirens of the Hollywood mythology.

Then, a few days ago, while walking with my family in the area of Marousi, under the warm winter sun of Athens, it hit me like an epiphany at the dawn of a movie’s third act:

What if this is it?

What if I never catch that bloody carriage?

Is my present so worthless of anything other than to be used as a vehicle in a desperate pursuit of a fairytale future?

Many elements of my life so far have been and are marvellous. Nevertheless, I do not enjoy them fully, because my obsessive criticism on my professional performance numbs my senses.

Thus, as this year is coming to an end, I make a simple decision: instead of whipping myself to run faster and catch the carriage, I sit down, take a few deep breaths, and contemplate on everything that I have accomplished. 

Thus, I allow myself to feel the sweet taste of gratitude, which I have missed for too long. I honour my present, not seeing it as mud, but as solid rock foundations, on which I can actually build the rest of my life, professional and not only.

Finally, I put some trust in my path. I do things in different ways than other people. There has to be a reason for this, although I may not fully know it, yet.

Άλλη μια χρονιά φτάνει στο τέλος της και -γνώριμες πια- σκέψεις επιστρέφουν στο νου μου: “Πού βρίσκομαι; Βρίσκομαι εκεί που θέλω;” Πιο συγκεκριμένα: “Βρίσκομαι σε θέση να μπορώ να ζω από τη δημιουργικότητά μου;”

Η απάντηση και φέτος συνεχίζει να είναι “όχι.”

Αυτό στο οποίο συνήθως κατέληγα, ύστερα από αυτές τις ετήσιες (το αραιότερο) εσωτερικές στιχομυθίες, ήταν πως έπρεπε να σφίξω τα λουριά, να χτυπήσω τα χαλινάρια και “να δουλέψω σκληρότερα.”

“Θα δουλέψω σκληρότερα” έλεγε το άλογο στη Φάρμα των Ζώων του Όργουελ και ψόφησε ύστερα από μερικές σελίδες. Να που κι εγώ κάνω το ίδιο: εδώ και δέκα χρόνια, “δουλεύω σκληρότερα,” αλλά εξακολουθώ να μη βρίσκομαι στην επιθυμητή θέση που περιγράφω παραπάνω.

(Ποιο γουρούνι με εμποδίζει, αναρωτιέμαι;)

Φέτος, λοιπόν, αποφασίζω να αλλάξω στρατηγική. Φέτος αποφαίνομαι ότι το “να προσπαθήσω περισσότερο,” ως λύση, είναι μια μπούρδα και μισή.

Δε λέω ότι, μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια, δεν μού έχουν συμβεί πράγματα στο επαγγελματικό πεδίο. Πριν δέκα χρόνια ακριβώς, είχα μόλις αποφοιτήσει από την αρχιτεκτονική, φυλούσα σκοπιές στην Αλεξανδρούπολη, διάβαζα τον δεύτερο τόμο του Προυστ, και περίμενα απάντηση από την αγγλική National Film and Television School. (Συγκίνηση!)

Flashforward στο σήμερα: έχω στο ενεργητικό μου κάμποσες μικρού μήκους ταινίες, ένα credit σεναρίου μεγάλου μήκους, έχω σχεδιάσει και διδάξει σεμινάρια για σενάριο, σκίτσο, και κόμικ, και έχω διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο του Προυστ.

Ωστόσο, χρόνο με τον χρόνο, δεν έπαιρνα την ικανοποίηση ότι η επαγγελματική ζωή μου κυλάει σύμφωνα με κάποιον αξιοπρεπή ισολογισμό που να απορρέει από τις δημιουργικές μου δραστηριότητες.

Κάθε χρόνο, αισθανόμουν κολλημένος στη λάσπη και όλα μού έφταιγαν. Μού έφταιγε η Ελλάδα του παρόντος μου. (Όταν ήμουν στη Αγγλία, μού έφταιγε η Αγγλία!) Μού έφταιγαν οι επιλογές του παρελθόντος μου. (Γιατί σπούδασα αρχιτεκτονική; Γιατί δεν πήγα κατευθείαν στο σινεμά; Γιατί έχασα χρόνο;) Κολλημένος στη λάσπη, έβλεπα μπροστά μου την άμαξα που κουβαλά τα όνειρά μου, σαν δώρα του Άγιου Βασίλη, να απομακρύνεται στον ορίζοντα. “Πρέπει να ξεκολλήσω από τη λάσπη! Πρέπει να φτάσω την άμαξα! ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΩ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΜΠΙΖΝΑ!”

Και αναζητούσα μάταια μέσα στο μυαλό μου να ορίσω τα “τα” που έπρεπε να καταφέρω, όμως “τα” κρατούσα βολικά ασαφή, απεικονίζοντάς “τα” ως ένα μαγικό κοκταίηλ από αμερικανικό όνειρο, κόκκινα χαλιά, εφταψήφιες αμοιβές, και άλλες σειρήνες της χολλιγουντιανής μυθολογίας.

Και τότε, πριν λίγες μέρες, εκεί που περπατούσα με την οικογένειά μου στο Μαρούσι, κάτω από τον χειμερινό ήλιο, με χτύπησε η σκέψη κατακούτελα, σαν επιφοίτηση πρίν από την τρίτη πράξη ταινίας:

Και αν αυτό είναι όλο;

Και αν δεν προλάβω ποτέ αυτή την κωλάμαξα;

Είναι το παρόν μου τόσο ανάξιο, ώστε να το χρησιμοποιώ μόνο ως όχημα για την καταδίωξη ενός παραμυθένιου μέλλοντος;

Πολλά στοιχεία της ως τώρα ζωής μου είναι αξιοθαύμαστα. Ωστόσο, δεν τα απολαμβάνω ουσιαστικά, διότι η εμμονική μου αυτοκριτική πάνω στις επαγγελματικές μου επιδόσεις μουδιάζει τις αισθήσεις μου.

Καθώς, λοιπόν, αυτή η χρονιά τελειώνει, αποφασίζω κάτι απλό: αντί να αυτομαστιγώνομαι για να τρέχω πιο γρήγορα και να προλάβω την άμαξα, κάθομαι κάτω, παίρνω βαθιές αναπνοές, και συλλογίζομαι όσα έχω ήδη πετύχει.

Μού επιτρέπω έτσι να αισθανθώ μια γλύκα που έχω πολύ καιρό στερηθεί: τη γεύση της ευγνωμοσύνης. Τιμώ το παρόν μου, μη βλέποντάς το ως λάσπη, αλλά ως λίθινο θεμέλιο, πάνω στο οποίο μπορώ να χτίσω το υπόλοιπο της ζωής μου, επαγγελματικής και μη.

Τέλος, δείχνω εμπιστοσύνη στον δρόμο μου. Πράττω με διαφορετικούς τρόπους από ό,τι άλλοι άνθρωποι. Πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος για αυτό, παρόλο που ακόμη δεν τον γνωρίζω απόλυτα.