What exactly are we waiting for?

Τι ακριβώς περιμένουμε;

The internet recently brought towards me a feature length indie film called The Cube. No, I don’t mean the Canadian 1997 film that cost 350,000 dollars, but a more recent US film, shot by Scott McMahon, a film made only for… 500 dollars.

I was touched by the way this movie was made; a sweet and familiar feeling. I realised that, using the same homemade approach, I have been making my short films for years. (Not to mention my feature film Dajenech.)

I have been making films, without waiting for anybody’s money.

The problem was that I have been doing it in shame, with an inferiority complex, since I didn’t have the support of any production company nor did I have prime equipment at my disposal. I felt bad that each of my short films cost at most 100, instead of at least 5,000 euros.

(Hour-long Dajenech cost only about 50 euros!)

I considered my films to be “amateurish” and “not good enough.”

Indeed, production value is an issue. McMahon’s Cube, as a 500-dollar movie, has a homemade production value. The same applies, though, to Lars von Trier’s Idiots (1998), which was nominated for a Palme d’Or.

The financial crisis is a call for reevaluation. Obviously, we will not stop making films. Thus, in order to keep doing so, we will abandon the obsolete production value requirements coming from the fat years. Simply put. And shamelessly.

The Cube certainly inspired me and helped me get over my shame. It came at the appropriate moment, right at the end of a whole inner journey of mine, thanks to which I realised that, instead of feeling shame, I can easily congratulate myself, retrospectively.

I have been making films, without waiting for anybody’s money.

And this is how I will continue, thank you very much.

Ο ηλεκτρονικός άνεμος του ίντερνετ έφερε πρόσφατα κατά το μέρος μου μια μεγάλου μήκους ταινία με τίτλο The Cube. Όχι, δεν εννοώ την καναδική ταινία του 1997 που κόστισε 350.000 δολλάρια, αλλά μια πιο πρόσφατη, αμερικανική ταινία, γυρισμένη από τον Scott McMahon, η οποία γυρίστηκε μόλις με… 500 δολλάρια.

Κάτι με άγγιξε, στον τρόπο που δημιουργήθηκε η ταινία αυτή· κάτι γλυκό και οικείο. Συνειδητοποίησα ότι με παρόμοιες μεθόδους γύριζα τις μικρού μήκους ταινίες μου για χρόνια. (Για να μην αναφέρω τη μεγάλου μήκους Dajenech.)

Κατασκεύαζα ταινίες, χωρίς να περιμένω λεφτά από κανέναν.

Μόνο που το έκανα ντροπιασμένος, νιώθοντας μειονεκτικά που δεν είχα την υποστήριξη μιας εταιρείας παραγωγής και πρώτης κλάσης εξοπλισμό. Ένιωθα μειονεκτικά που η κάθε μικρού μήκους ταινία μου κόστιζε το πολύ 100 ευρώ και όχι 5.000 ευρώ ή παραπάνω.

(Το Dajenech, διάρκειας μίας ώρας, κόστισε περίπου 50 ευρώ!)

Θεωρούσα τις ταινίες μου “ερασιτεχνικές” και “όχι αρκετά καλές.”

Πράγματι, το production value είναι ένα ζήτημα. Το The Cube, ως ταινία των 500 δολλαρίων, έχει φυσικά σπιτικό production value. Το ίδιο όμως έχουν και οι Ηλίθιοι του Lars von Trier, ταινία που ήταν υποψήφια για Χρυσό Φοίνικα.

Η οικονομική κρίση νομίζω ότι μας καλεί όλους σε επαναξιολόγηση. Προφανώς δε θα σταματήσουμε να γυρίζουμε ταινίες. Για να το κάνουμε, θα εγκαταλείψουμε τις απαιτήσεις παραγωγής των ημερών των παχιών αγελάδων. Τόσο απλά. Και χωρίς καμία ντροπή.

Το Cube με ενέπνευσε και με βοήθησε να ξεπεράσω την ντροπή. Ήρθε την κατάλληλη στιγμή, προς το τέλος ενός ολόκληρου εσωτερικού ταξιδιού, χάρη στο οποίο συνειδητοποίησα ότι, αντί να ντρέπομαι, μπορώ άνετα να συγχαρώ τον εαυτό μου, αναδρομικά.

Κατασκεύαζα ταινίες, χωρίς να περιμένω λεφτά από κανέναν.

Και έτσι θα συνεχίζω, ευχαριστώ πολύ.

For more Scott McMahon action, visit his website Film Trooper. Για περισσότερα πάνω στον Scott McMahon, επισκευτείτε την ιστοσελίδα του Film Trooper.

What I call the perfect movie

Τι ονομάζω τέλεια ταινία

After having watched One Flew Over The Cuckoo’s Nest for more than 20 times, I think I have grasped the definition of the perfect film.

I have seen the movie again and again; there is no question that I know exactly what happens in each scene. Nevertheless, near the end, when McMurphy sits by the open window and waits for Bobby and Candy to finish their loving business, I catch myself praying that Mac doesn’t fall asleep. “Maybe this time he will make it!” I am thinking.

This is what I call a perfect film.

Έχοντας δει την ταινία Η Φωλιά του Κούκου πάνω από 20 φορές, νομίζω ότι έχω συλλάβει τον ορισμό της τέλειας ταινίας.

Έχω δει την ταινία ξανά και ξανά· δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γνωρίζω τι συμβαίνει ακριβώς σε κάθε της σκηνή. Ωστόσο, προς το τέλος, όταν ο ΜακΜέρφυ κάθεται δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και περιμένει τον Μπόμπυ και την Κάντυ να τελειώσουν τις ερωτοτροπίες τους, πιάνω τον εαυτό μου να προσεύχεται να μην κοιμηθεί ο Μακ. “Ίσως αυτή τη φορά τα καταφέρει!” σκέφτομαι.

Αυτό ονομάζω τέλεια ταινία.

My interview on writing The Republic’s screenplay

Η συνέντευξή μου σχετικά με το σενάριο της ταινίας The Republic

Here is a link to my first interview as a screenwriter and as the writer of The Republic. (Greek only!) Εδώ είναι το λινκ για την πρώτη μου συνέντευξη ως σεναριογράφου και ως του σεναριογράφου της ταινίας The Republic, η οποία παίζεται αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες.

Having fun with filmmaking

Περνώντας καλά γυρίζοντας ταινίες

Extract from one of my notebooks.

“Tarantino taught me this: we make cinema to have a good time, not to serve who knows which constipated rules of aesthetics.”

(I am not saying that Tarantino actually said this; it is the interpretation that I gave to the way he sees filmmaking, without asking his opinion.)

I wrote this on a notebook page and I instantly let go of a stupid and meaningless internal conflict: I was tormented by the fact that the director I am currently working with, while writing the short screenplay “Observer,” asked me to use in the story both instruments of Satan: Voice Over and Flashbacks. Heaven forbid!

So far, I had never touched any of these two abominations, even though I pretty much enjoyed Woody Allen’s VOs and flashbacks, as well as Tarantino’s time travels, along with other things opposing to linear storytelling.

Then, what was the big deal? Why not use (or at least try) some VO myself? And some flashbacks?

I knew the answer: academism. I had some arbitrary belief that VO and flashbacks “should be avoided.” And I should know better than to blindly believe such a dogmatic suggestion, yet I was strongly influenced.

But all it needed was taking this bias out in the open: “Why not?” I asked myself playfully. “Would you rather die before trying out a VO-ed screenplay? Wouldn’t it be a shame not to experience time travel with a flashback?”

(The word “die” always makes you live more intensely. Or paralyses you. The first one is better.)

Then, I admitted all the aforementioned enjoyment derived from the work of Woody Allen and Nolan and Tarantino and all the other cool people. “Hey, I want to do that, too!” said my inner child.

That was it. I took a red pen and made the note above. And I started the second draft of “Observer,” with the chattiest VO and the most shameless flashbacks in my career so far.

“Ο Ταραντίνο με δίδαξε το εξής: κάνουμε σινεμά για να περάσουμε καλά, όχι για να υπηρετήσουμε ποιος ξέρει τι δυσκοίλιους κανόνες αισθητικής.”

(Δε λέω ότι ο Ταραντίνο είπε το παραπάνω· πρόκειται για την ερμηνεία που εγώ έδωσα στο πώς αντιμετωπίζει τη φιλμοκατασκευή, χωρίς να ρωτήσω τη γνώμη του.)

Έγραψα το παραπάνω σε μια σελίδα ενός σημειωματάριου και αμέσως απελευθερώθηκα από μια ανόητη εσωτερική πάλη: βασανιζόμουν από το ότι ο σκηνοθέτης με τον οποίο δουλεύω αυτόν τον καιρό, ενώ γράφω το μικρού μήκους σενάριο “Θεατής,” μού ζήτησε να χρησιμοποιήσω στην ιστορία αμφότερα τα όργανα του Σατανά: το Voice Over και το Φλάσμπακ. Θεός φυλάξοι!

Ως τώρα, δεν είχα ποτέ αγγίξει κανένα από αυτά τα δύο βδελύγματα, παρόλο που απολάμβανα τα VO και τα φλάσμπακ του Γούντυ Άλλεν, καθώς και τα ταξίδια στον χρόνο μεταξύ των σκηνών του Ταραντίνο, μαζί με άλλα κόλπα που αντιτίθενται στη γραμμική αφήγηση.

Τότε, πού ήταν το πρόβλημα; Γιατί να μη χρησιμοποιήσω (ή τουλάχιστον να δοκιμάσω) λίγο VO; Και λίγα φλάσμπακ;

Ήξερα την απάντηση: ακαδημαϊσμός. Είχα κάποια αυθαίρετη πεποίθηση ότι τα VO και τα φλάσμπακ “επρεπε να αποφεύγονται.” Κι εγώ έπρεπε να μην πιστεύω στα τυφλά τέτοιους δογματισμούς, ωστόσο ήμουν βαθειά επηρεασμένος.

Το μόνο που χρειαζόταν, ωστόσο, ήταν να βγάλω αυτή την προκατάληψη στο φως: “Γιατί όχι;” ρώτησα τον εαυτό μου, παιχνιδιάρικα. “Προτιμάς να πεθάνεις χωρίς να έχεις δοκιμάσει ένα σενάριο με VO; Δε θα ήταν κρίμα να μην έχεις βιώσει το ταξίδι στο χρόνο που παρέχει ένα φλάσμπακ;

(Η λέξη “πεθαίνεις” πάντα σε κάνει να ζεις πιο έντονα. Ή σε παραλύει. Καλύτερα το πρώτο.)

Ύστερα, παραδέχτηκα την προαναφερθείσα απόλαυση την πηγάζουσα από τη δουλειά του Γούντυ Άλλεν και του Νόλαν και του Ταραντίνο και όλων των άλλων κουλ τύπων. “Ε, κι εγώ θέλω να το κάνω αυτό!” είπε το παιδί μέσα μου.

Αυτό ήταν. Πήρα ένα κόκκινο στυλό και έγραψα την παραπάνω σημείωση. Και ξεκίνησα το δεύτερο ντραφτ του “Θεατή,” με το πιο φλύαρο VO και τα πιο ξεδιάντροπα φλάσμπακ της ως τώρα καριέρας μου.

My tweet question answered by professional screenwriters

Η ερώτησή μου στο twitter απαντάται από επαγγελματίες σεναριογράφους

The BAFTA Guru channel asked for tweet questions on screenwriting, to be answered by Nick Hornby (An Education, About a Boy, High Fidelity), Beau Willimon (The Ides of March, House of Cards), Andrew Bovell (A Most Wanted Man, Edge of Darkness), Jimmy McGovern (Cracker, Banished), and Nancy Meyers (Something’s Gotta Give, The Intern).

I tweeted my banal question (on writer’s resistance or block), not expecting such a wonderful video answer!

Το κανάλι BAFTA Guru ζήτησε στο twitter ερωτήσεις πάνω στη σεναριογραφία, για να απαντηθούν από τους Nick Hornby (An Education, About a Boy, High Fidelity), Beau Willimon (The Ides of March, House of Cards), Andrew Bovell (A Most Wanted Man, Edge of Darkness), Jimmy McGovern (Cracker, Banished), και τη Nancy Meyers (Something’s Gotta Give, The Intern).

Έστειλα ένα tweet με την κοινότοπη ερώτησή μου (σχετική με τις αντιστάσεις στο γράψιμο -το writer’s block δηλαδή), μην περιμένοντας μια τόσο θεαματική απάντηση!

A monster in the school bus

Ένα τέρας στο σχολικό λεωφορείο

Screenshot from Dirty Harry (1971).

Here are three scenes involving a school bus and a human (or not so human) monster. Ορίστε τρεις σκηνές αγωνίας που συμπεριλαμβάνουν ένα σχολικό και ένα ανθρώπινο (ή όχι τόσο ανθρώπινο) τέρας.

Dirty Harry (1971)

This film needs no introduction. Near its climax, psychopath villain Scorpio highjacks a school bus, but Inspector Callahan calls his dirty game. Αυτή η ταινία δε χρειάζεται συστάσεις. Κοντά στην κορύφωσή της, ο ψυχοπαθής κακοποιός Σκόρπιο κάνει πειρατεία σε ένα σχολικό, αλλά ο επιθεωρητής Κάλλαχαν παίζει επίσης βρώμικα, για να τον αντιμετωπίσει.

Duel (1971)

This movie is one of my personal favourites and I am tempted to say my best by Steven Spielberg. If you haven’t watched it, please do so. It is a 90-min masterclass on suspense, both writing and directing-wise.

On his way home, travelling salesman David Mann overtakes a monstrous truck, unwillingly starting a rivalry. Long story short, the truck chases Mann, trying to kill him, along the California desert road.

In this scene, the protagonist fails to push the school bus that needs assistance. Then, he watches in horror as the monstrous truck, which has already tried to kill him a few times earlier, makes its appearance and approaches the kids.

One has to watch the film up to that point, of course, in order to feel the suspense; during the scenes before, the truck has already made several attempts to kill David. Seeing the truck appear through the tunnel is by itself breathtaking.

Αυτή η ταινία είναι από τις αγαπημένες μου. Μπαίνω, μάλιστα, στον πειρασμό να πω ότι είναι η αγαπημένη μου από τον Στήβεν Σπίλμπεργκ. Αν δεν την έχετε δει, παρακαλώ κάντε το. Είναι ένα σεμινάριο 90 λεπτών πάνω στο σασπένς, τόσο σεναριακά όσο και σκηνοθετικά.

Καθώς επιστρέφει στο σπίτι, ο πλανώδιος πωλητής Ντέιβιντ Μανν προσπερνά ένα τερατώδες βυτιοφόρο, αθέλητά του ξεκινώντας μια κόντρα στην άσφαλτο. Για να μη μακρηγορούμε, το φορτηγό κυνηγά τον Μανν, προσπαθώντας να τον σκοτώσει, στην καυτή άσφαλτο της ερήμου της Καλιφόρνια.

Στη συγκεκριμένη σκηνή, ο πρωταγωνιστής αποτυγχάνει να σπρώξει το σχολικό που έχει μείνει. Τότε, βλέπει με τρόμο το τερατώδες φορτηγό, το οποίο προσπαθούσε να τον σκοτώσει πριν λίγη ώρα, να κάνει την εμφάνισή του και να πλησιάζει προς τα παιδιά.

Φυσικά, χρειάζεται κάποιος να δει ολόκληρη την ταινία ως εκείνο το σημείο, για να νιώσει το σασπένς· στις σκηνές που προηγούνται, ο φορτηγατζής έχει ήδη κάνει διάφορες απόπειρες να σκοτώσει τον Ντέιβιντ. Βλέποντας και μόνο το φορτηγό να εμφανίζεται μέσα από το τούνελ, μας κόβεται η ανάσα.

Nightmare on Elm Street 2 (1985)

This scene still gives me some shivers, long after the first time I saw it, let alone the first time my schoolmate Peter narrated it to me.

(I didn’t watch horror films in primary school. Those of us who had seen some narrated them to the rest, camp-fire style. It was awesome. Scary, too!)

Αυτή η σκηνή ακόμη με τρομάζει, πολλά χρόνια μετά από την πρώτη φορά που την είδα, για να μην πω από την πρώτη φορά που ο συμμαθητής μου ο Πέτρος μου την αφηγήθηκε.

(Δεν έβλεπα ταινίες τρόμου στο δημοτικό. Όσοι από μας είχαν δει μερικές, τις αφηγούνταν στους υπόλοιπους, σε στυλ ιστοριών γύρω από τη φωτιά. Ήταν καταπληκτικό. Τρομακτικό, επίσης!)

On Gaspar Noé (1): Seule Contre Tous

Περί του Γκασπάρ Νοέ (1): Μόνος Εναντίον Όλων

Screenshot from Seule Contre Tous

However the name of Gaspar Noé brings along a whiff of Christmas, the person is one of the most devilish creators that I can think of. He has a very rich inner world -especially rich at its darkest corners; I imagine his mind like the Minotaur’s labyrinth, thus very similar in architecture, decoration, and inhabitants to the club at the beginning of Irreversible– of which the visions he offers relentlessly, constructing particularly shocking and violent movies.

(I am certainly not a psychiatrist, but I am convinced that if Gaspar Noé had no way of expressing his creativity, he would be locked up as criminally insane.)

When I first heard about Noé, that was because of a film that featured a scene where, according to my shocked friends and colleagues, Monica Bellucci was being raped for 9 minutes.

I eventually watched Irreversible and adored its passionate and pathetic characters, as well as the tragic irony of their story. I reckoned it was a great piece of work. I am sorry that all everybody refers to is the rape scene. And the fire extinguisher scene.

However I liked Irreversible, Noé’s older movies, Carne and I Stand Alone (Seule Contre Tous), which I saw a few years later, did not delight me. For several years, I declared that, “despite being a fan of Irreversible, I don’t really like Gaspar Noé as a filmmaker.”

Until a few days ago, when I rewatched I Stand Alone. I remembered that it had one of the most chatty voice overs ever and, because I am currently working on a short screenplay in which I will use a lot of VO, I considered the film as a good example to study.

Obviously, my timing and mood during this, more recent, watching of the film were much more aligned with its structure and content. Naturally, some moments I found to be out of my taste’s boundaries; nevertheless, I caught myself actually following the butcher’s story with interest and quite a delight.

Plus, I studied the voice over.

A few days later than that, I rewatched Carne, too. I haven’t watched Enter the Void, yet, but it’s on my list. Besides, I need to study some point-of-view shots, too, for the very same short film.

Το όνομα του Γκασπάρ Νοέ φέρει κάτι από τη χαρά των Χριστουγέννων, όμως ο ίδιος είναι από τους πιο διαβολεμένους δημιουργούς που μπορώ να σκεφτώ. Έχει έναν πολύ πλούσιο εσωτερικό κόσμο -ειδικά πλούσιο σε σκοτεινές γωνίες· το μυαλό του το φαντάζομαι σαν τον λαβύρινθο του Μινώταυρου, πολύ κοντά δηλαδή στην αρχιτεκτονική, στο ντεκόρ και στους θαμώνες του κλαμπ της αρχής του Irreversible– του οποίου τα οράματα μας προσφέρει αφειδώς, κατασκευάζοντας εξαιρετικά βίαιες και σοκαριστικές ταινίες.

(Δεν είμαι ψυχίατρος, αλλά είμαι πεπεισμένος ότι αν ο Γκασπάρ Νοέ δεν είχε τρόπο να εκδηλώνει τη δημιουργικότητά του, θα βρισκόταν έγκλειστος σε κάποιο σωφρονιστικό ή ψυχιατρικό ίδρυμα.)

Όταν πρωτάκουσα για τον Νοέ ήταν με αφορμή μια ταινία που, όπως μού έλεγαν σοκαρισμένοι συμφοιτητές και φίλοι, είχε μια 9-λεπτη σκηνή βιασμού της Μόνικα Μπελούτσι.

Είδα κι εγώ το Irreversible και λάτρεψα τους παθιασμένους χαρακτήρες και την τραγική ειρωνεία της ιστορίας τους. Μού φάνηκε πολύ μαστόρικη δουλειά. Λυπάμαι που όλοι στέκονται στη σκηνή του βιασμού. Και του πυροσβεστήρα.

Όσο κι αν μού άρεσε το Irreversible, οι παλιότερες ταινίες του, Carne και Seul Contre Tous (Μόνος Εναντίον Όλων), τις οποίες είδα αργότερα, δε με ενθουσίασαν. Για κάποια χρόνια, λοιπόν, δήλωνα ότι, αν και οπαδός του Irreversible, ο Γκασπάρ Νοέ δε μού αρέσει ιδιαίτερα ως σκηνοθέτης.

Μέχρι που, πριν από λίγες μέρες, ξαναείδα το Seul. Θυμόμουν ότι είχε ένα από τα λαλίστατα voice over όλων των εποχών και, επειδή αυτόν τον καιρό δουλεύω μια μικρού μήκους στην οποία θα χρησιμοποιήσω πολύ το VO, το θεώρησα πολύ καλό παράδειγμα για μελέτη.

Προφανώς το timing και η διάθεσή μου στην πρόσφατη αυτή θέαση της ταινίας ήταν πολύ πιο ευθυγραμμισμένα με τη δομή και το περιχόμενό της. Φυσικά και κάποια πράγματα τα βρήκα εκτός του γούστου μου, ωστόσο έπιασα τον εαυτό μου να παρακολουθεί την ιστορία του χασάπη με ενδιαφέρον και με κάποια απόλαυση.

Και μελέτησα και το voice over.

Λίγες μέρες αργότερα, ξαναείδα και το Carne. Το Enter the Void δεν το έχω δει ακόμη, αλλά είναι στη λίστα. Χρειάζεται, εξάλλου, να μελετήσω και τη χρήση υποκειμενικών πλάνων, για την ίδια μικρού μήκους που γράφω.