Directing Actors: some extracts

Σκηνοθετώντας Ηθοποιούς: λίγα αποσπάσματα

Still: an actor on set, in between takes.

Getting stuck in a preconceived line reading is the worst thing that can happen to an actor.

Sometimes actors get confused and think they are being honest when they are really urging the line on us, trying to convince us that it is true. But in real life, when people are trying to convince you of the the truth of their words, we recognize that they are “protesting too much” – and probably lying.

Every one of us carries somewhere inside us the impulse (perhaps so deeply buried that it will never express itself in behavior) to do anything that any human being has ever done. It is the actor’s job to find that impulse and surrender to it honestly in the created reality. You see, he finds the impulse, not the deed itself. Because it is not real reality, it is created reality, an illusion. We, as filmmakers, are not trying to make the audience believe that the events depicted in a movie are actually happening to the actors on the screen.

From Directing Actors by Judith Weston.

Το να κολλάει σε μια προαποφασισμένη απόδοση μιας ατάκας είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε έναν ηθοποιό.

Μερικές φορές, οι ηθοποιοί μπερδεύονται και νομίζουν ότι είναι ειλικρινείς όταν μας επιβάλλουν την ατάκα, προσπαθώντας να μας πείσουν ότι είναι αληθής. Στην ζωή, ωστόσο, όταν κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν για το αληθές του λόγου τους, μας φαίνεται ότι υπερβάλλουν -και πιθανότατα ψεύδονται.

Ο καθένας μας κουβαλά κάπου μέσα του την παρόρμηση (ίσως τόσο βαθιά θαμμένη που ποτέ δεν εκφράζεται σε συμπεριφορά) να κάνει οτιδήποτε έχει κάνει ποτέ άνθρωπος. Δουλειά του ηθοποιού είναι να βρει αυτή την παρόρμηση και να παραδοθεί σε αυτή με ειλικρίνεια, στη δημιουργημένη πραγματικότητα. Βλέπετε, βρίσκει την παρόρμηση, όχι την ίδια την πράξη. Επειδή δεν είναι πραγματική πραγματικότητα, αλλά δημιουργημένη πραγματικότητα, μια ψευδαίσθηση. Εμείς, ως κινηματογραφιστές, δεν προσπαθούμε να κάνουμε το κοινό να πιστέψει ότι τα γεγονότα που απεικονίζονται σε μια ταινία πραγματικά συμβαίνουν στους ηθοποιούς της.

Από το Directing Actors της Τζούντιθ Ουέστον.

Getting the audience’s attention

Τραβώντας την προσοχή του κοινού

When an actor is concentrated on her own private created reality, the audience will want to get in on it. I don’t know if you’ve ever tried to get the attention of a child by coaxing, begging, or demanding that she pay attention to you. It doesn’t really work, does it?

But if you are deeply involved in some task of your own, say fixing a clock, and if the task fascinates and energizes you, and if you unself-consciously allow the child to watch and partake of your fascination and energy, the child will soon come to your side. This is the function of concentration in an actor’s relationship to the audience. This is [what Stanislavsky calls] the actor’s solitude in public.

From Directing Actors by Judith Weston.

Όταν μία ηθοποιός συγκεντρώνεται στη δική της ιδιωτική, δημιουργημένη πραγματικότητα, το κοινό θέλει να ακολουθήσει. Δεν ξέρω αν έχετε ποτέ δοκιμάσει να τραβήξετε την προσοχή ενός παιδιού με την πειθώ, με παρακάλια, ή απαιτώντας να σας προσέξει. Δεν δουλεύει, έτσι δεν είναι;

Αν όμως είστε εσείς βαθιά προσηλωμένος σε κάποια ασχολία σας, για παράδειγμα την επιδιόρθωση ενός ρολογιού, και αν αυτή σάς ενθουσιάζει και σάς γεμίζει ενέργεια και αν, χωρίς να το επιδιώκετε, επιτρέπετε στο παιδί να παρακολουθεί και να συμμετέχει στον ενθουσιασμό και την ενέργειά σας, τότε το παιδί θα έρθει σύντομα στο πλευρό σας. Αυτή είναι η λειτουργία της συγκέντρωσης στη σχέση ενός ηθοποιού με το κοινό. Αυτό είναι [ό,τι ο Στανισλάβσκυ ονομάζει] η εν δήμω μοναξιά του ηθοποιού.

Από το Directing Actors της Τζούντιθ Ουέστον.

Adjusting Maggie

Ρυθμίζοντας τη Μάγκι

Yesterday I watched Home, one of the recent Jameson First Shot short films, starring Maggie Gyllenhaal.

Impressed by the performances, I followed up with the behind-the-scenes video, where, among other things, Maggie referred to an “as if” adjustment she got from director Kat Wood for the film’s finale:

She said, “when you see the red tent, it is as if you are holding a lottery ticket, you know you have won the lottery, but you need to go through the numbers one more time.” It is such a great direction!

Indeed. It leaves me thinking that part of the directors’ homework is to come up with metaphors like this one. It certainly takes a lot of practice to give such a direction on set.

It is as if the director is some kind of poet.

Εχθές είδα το Home, μία από τις ταινίες μικρού μήκους του διαγωνισμού Jameson First Shot, με τη Μάγκι Γκύλλενχαλ.

Εντυπωσιασμένος από τις ερμηνείες, έβαλα αμέσως να δω και το making-of, όπου, μαζί με άλλα, η Μάγκι αναφέρθηκε και σε μια ρύθμιση “σαν να” που η σκηνοθέτης Κατ Γουντ της έδωσε για τη σκηνή του φινάλε:

Μού είπε, «όταν δεις την κόκκινη σκηνή, είναι σαν να κρατάς ένα λαχείο, ξέρεις ότι έχεις κερδίσει, αλλά χρειάζεσαι να ξαναπεράσεις τα νούμερα άλλη μια φορά.» Είναι τόσο καλή οδηγία!

Πράγματι. Με κάνει να σκέφτομαι ότι μέρος της προετοιμασίας των σκηνοθετών είναι να επινοούν τέτοιες μεταφορές. Σίγουρα χρειάζεται πολλή εξάσκηση για να δωθεί τέτοια σκηνοθετική οδηγία στο σετ.

Είναι σαν ο σκηνοθέτης να είναι κάποιου είδους ποιητής.

Thelma and Louise: an objection

Θέλμα και Λουίζ: μια ένσταση

(null)

My only objection with the film has to do with the fact that Thelma’s husband is a one-dimensional buffoon. Η μόνη μου ένσταση με το φιλμ έχει να κάνει με το ότι ο σύζυγος της Θέλμα είναι ένας μονοδιάστατος καραγκιόζης.

Theory vs. spontaneity: the approach of a Zen master

Θεωρία εναντίον αυθορμητισμού: η προσέγγιση ενός δασκάλου Ζεν

Every time I teach screenplay, there will be someone who, struggling to digest big chunks of theory, will gasp in horror:

“Now that I am learning the theory, I will never enjoy a movie again! I will go to the cinema and I will be thinking plot points, character flaws, transformation arcs, plants and pay-offs, etc…”

Always ready -and shameless- I usually reply with:

“The knowledge of the human body’s functions doesn’t have to take away the enjoyment of sexual intercourse.”

Takuan Soho, in his book The Unfettered Mind – Writings of the Zen Master to the Sword Master*, gives his own answer to the eternal conflict between theory and spontaneity, unaware of my sexual metaphor:

As the beginner knows nothing about either his body posture or the positioning of his sword, neither does his mind stop anywhere within him. If a man strikes at him with the sword, he simply meets the attack without anything in mind.

As he studies various things and is taught the diverse ways of how to take a stance, the manner of grasping his sword and where to put his mind, his mind stops in many places. Now if he wants to strike at an opponent, he is extraordinarily discomforted.

Later, as days pass and time piles up, in accordance with his practice, neither the postures of his body nor the ways of grasping the sword are weighed in his mind. His mind simply becomes as it was in the beginning when he knew nothing and had yet to be taught anything at all.

In other words, learning goes through three stages.

At the first stage, there is the absolute beginner: innocent, untouched by theory. On the one hand, she doesn’t think, when attacked with a sword or when watching movies. On the other hand, she doesn’t know how to fight, nor how to write screenplays.

At the second stage, there is the sophomore: she has studied the theory, but it occupies her mind too much, to the point where she cannot think anything other than doing it right. In theory, she can write screenplays or fight with a sword. In reality, though, she freezes, unable to manage theory itself.

At the third stage, stands the master: theory has transcended her conscious mind, soaking the body; the subconscious. The master acts without the intervention of thought. Her mind, thoughtless, resembles that of the beginner. Nevertheless, any similarity ends there.

Thus, have patience, my dear colleagues. When the third act of your training comes, theory will resign from the spotlight to the backstage. Then and only then, you will be able to enjoy movies again, like a virgin.

If again you are not satisfied by the Zen Master’s answer, I am sure that my own sexual approach will cover you.

Κάθε φορά που διδάσκω σενάριο, θα υπάρχει πάντα κάποιος που, πασχίζοντας να χωνέψει τεράστιες ποσότητες θεωρίας, θα αναφωνήσει πανικόβλητος:

«Τώρα που μαθαίνω τη θεωρία, ποτέ δε θα ξαναπολαύσω ταινία! Θα βλέπω κινηματογράφο και θα σκέφτομαι plot points, character flaws, transformation arcs, plant and pay off κλπ…»

Πάντοτε ετοιμόλογος -και ξεδιάντροπος- αυτό που συνήθως απαντώ είναι:

«Η γνώση των λειτουργιών του ανθρώπινου σώματος δε χρειάζεται να καταργεί την απόλαυση της ερωτικής πράξης.»

Ο Τάκουαν Σόχο, στο βιβλίο του Ο Αδέσμευτος Νους – Γραπτά του Δασκάλου του Ζεν προς τον Δάσκαλο του Ξίφους*, δίνει τη δική του απάντηση σε αυτή τη σύγκρουση θεωρίας και αυθορμητισμού, αγνοώντας τη δική μου σεξουαλική μεταφορά:

Ένας αρχάριος, που αγνοεί ολότελα ό,τι αφορά στη σωστή στάση του σώματός του ή τη θέση του ξίφους του, θα δεχόταν μια επίθεση χωρίς να σκεφτεί τίποτα, καθώς ο νους του, που βρίσκεται μέσα στην άγνοια, δε στέκεται κάπου συγκεκριμένα.

Όσο περισσότερο εμβαθύνει στις διάφορες στάσεις, στον τρόπο λαβής του ξίφους του και γενικά σε ό,τι πρέπει να έχει κατά νου, τόσο περισσότερο δεσμεύεται νοητικά. Σε αυτό το στάδιο θα αισθανθεί εξαιρετικά άβολα, αν χρειαστεί να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο.

Όσο περνά ο καιρός, ως προς την τεχνική του, αφομοιώνει όλο και καλύτερα τη γνώση των θέσεων του σώματος ή των τρόπων λαβής του ξίφους. Ο νους του τότε γίνεται απλά όπως ήταν στην αρχή, όταν δεν είχε διδαχτεί και δε γνώριζε τίποτε ακόμη.

Με λίγα λόγια, η μάθηση περνά από τρία στάδια.

Στο πρώτο στάδιο βρίσκεται ο εντελώς αρχάριος: αθώος, ανέγγιχτος από τη θεωρία. Από τη μία, δεν σκέφτεται, όταν τού επιτίθενται με σπαθί ή όταν βλέπει ταινίες. Από την άλλη, δεν ξέρει να ξιφομαχεί, ούτε να γράφει σενάρια.

Στο δεύτερο στάδιο βρίσκεται ο ημιμαθής: έχει μελετήσει τη θεωρία, αλλά αυτή απασχολεί πολύ το μυαλό του, σε σημείο που δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο από το αν κάνει τα πράγματα σωστά. Θεωρητικά, ξέρει να γράφει σενάρια ή να ξιφομαχεί. Στην πράξη, όμως, πετρώνει από αδυναμία διαχείρισης της θεωρίας.

Στο τρίτο στάδιο βρίσκεται ο δεξιοτέχνης: η θεωρία τον έχει εμποτίσει, περνώντας από τον νου του στο σώμα· από το συνειδητό, στο υποσυνείδητο. Ο δεξιοτέχνης δρα χωρίς παρεμβολή σκέψης. Ο νους του, καθώς δεν σκέφτεται, μοιάζει αρκετά με αυτόν του αρχαρίου, ωστόσο η ομοιότητα σταματά εκεί.

Υπομονή, λοιπόν, αγαπητοί συμμαθητές. Όταν ξεκινήσει η τρίτη πράξη της εξάσκησής σας, η θεωρία θα αποτραβηχτεί από τους προβολείς στα παρασκήνια. Τότε και μόνο τότε, θα μπορείτε και πάλι να απολαμβάνετε τις ταινίες, like a virgin.

Αν πάλι δεν ικανοποιείστε από την απάντηση του Δασκάλου του Ζεν, ελπίζω ότι η δική μου σεξουαλική προσέγγιση θα σας καλύψει.

* Translated by William Scott Wilson * Το βιβλίο έχει εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ιάμβλιχος, με τίτλο Ζεν και η Τέχνη του Ξίφους.

What exactly are we waiting for?

Τι ακριβώς περιμένουμε;

The internet recently brought towards me a feature length indie film called The Cube. No, I don’t mean the Canadian 1997 film that cost 350,000 dollars, but a more recent US film, shot by Scott McMahon, a film made only for… 500 dollars.

I was touched by the way this movie was made; a sweet and familiar feeling. I realised that, using the same homemade approach, I have been making my short films for years. (Not to mention my feature film Dajenech.)

I have been making films, without waiting for anybody’s money.

The problem was that I have been doing it in shame, with an inferiority complex, since I didn’t have the support of any production company nor did I have prime equipment at my disposal. I felt bad that each of my short films cost at most 100, instead of at least 5,000 euros.

(Hour-long Dajenech cost only about 50 euros!)

I considered my films to be “amateurish” and “not good enough.”

Indeed, production value is an issue. McMahon’s Cube, as a 500-dollar movie, has a homemade production value. The same applies, though, to Lars von Trier’s Idiots (1998), which was nominated for a Palme d’Or.

The financial crisis is a call for reevaluation. Obviously, we will not stop making films. Thus, in order to keep doing so, we will abandon the obsolete production value requirements coming from the fat years. Simply put. And shamelessly.

The Cube certainly inspired me and helped me get over my shame. It came at the appropriate moment, right at the end of a whole inner journey of mine, thanks to which I realised that, instead of feeling shame, I can easily congratulate myself, retrospectively.

I have been making films, without waiting for anybody’s money.

And this is how I will continue, thank you very much.

Ο ηλεκτρονικός άνεμος του ίντερνετ έφερε πρόσφατα κατά το μέρος μου μια μεγάλου μήκους ταινία με τίτλο The Cube. Όχι, δεν εννοώ την καναδική ταινία του 1997 που κόστισε 350.000 δολλάρια, αλλά μια πιο πρόσφατη, αμερικανική ταινία, γυρισμένη από τον Scott McMahon, η οποία γυρίστηκε μόλις με… 500 δολλάρια.

Κάτι με άγγιξε, στον τρόπο που δημιουργήθηκε η ταινία αυτή· κάτι γλυκό και οικείο. Συνειδητοποίησα ότι με παρόμοιες μεθόδους γύριζα τις μικρού μήκους ταινίες μου για χρόνια. (Για να μην αναφέρω τη μεγάλου μήκους Dajenech.)

Κατασκεύαζα ταινίες, χωρίς να περιμένω λεφτά από κανέναν.

Μόνο που το έκανα ντροπιασμένος, νιώθοντας μειονεκτικά που δεν είχα την υποστήριξη μιας εταιρείας παραγωγής και πρώτης κλάσης εξοπλισμό. Ένιωθα μειονεκτικά που η κάθε μικρού μήκους ταινία μου κόστιζε το πολύ 100 ευρώ και όχι 5.000 ευρώ ή παραπάνω.

(Το Dajenech, διάρκειας μίας ώρας, κόστισε περίπου 50 ευρώ!)

Θεωρούσα τις ταινίες μου “ερασιτεχνικές” και “όχι αρκετά καλές.”

Πράγματι, το production value είναι ένα ζήτημα. Το The Cube, ως ταινία των 500 δολλαρίων, έχει φυσικά σπιτικό production value. Το ίδιο όμως έχουν και οι Ηλίθιοι του Lars von Trier, ταινία που ήταν υποψήφια για Χρυσό Φοίνικα.

Η οικονομική κρίση νομίζω ότι μας καλεί όλους σε επαναξιολόγηση. Προφανώς δε θα σταματήσουμε να γυρίζουμε ταινίες. Για να το κάνουμε, θα εγκαταλείψουμε τις απαιτήσεις παραγωγής των ημερών των παχιών αγελάδων. Τόσο απλά. Και χωρίς καμία ντροπή.

Το Cube με ενέπνευσε και με βοήθησε να ξεπεράσω την ντροπή. Ήρθε την κατάλληλη στιγμή, προς το τέλος ενός ολόκληρου εσωτερικού ταξιδιού, χάρη στο οποίο συνειδητοποίησα ότι, αντί να ντρέπομαι, μπορώ άνετα να συγχαρώ τον εαυτό μου, αναδρομικά.

Κατασκεύαζα ταινίες, χωρίς να περιμένω λεφτά από κανέναν.

Και έτσι θα συνεχίζω, ευχαριστώ πολύ.

For more Scott McMahon action, visit his website Film Trooper. Για περισσότερα πάνω στον Scott McMahon, επισκευτείτε την ιστοσελίδα του Film Trooper.

What I call the perfect movie

Τι ονομάζω τέλεια ταινία

After having watched One Flew Over The Cuckoo’s Nest for more than 20 times, I think I have grasped the definition of the perfect film.

I have seen the movie again and again; there is no question that I know exactly what happens in each scene. Nevertheless, near the end, when McMurphy sits by the open window and waits for Bobby and Candy to finish their loving business, I catch myself praying that Mac doesn’t fall asleep. “Maybe this time he will make it!” I am thinking.

This is what I call a perfect film.

Έχοντας δει την ταινία Η Φωλιά του Κούκου πάνω από 20 φορές, νομίζω ότι έχω συλλάβει τον ορισμό της τέλειας ταινίας.

Έχω δει την ταινία ξανά και ξανά· δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γνωρίζω τι συμβαίνει ακριβώς σε κάθε της σκηνή. Ωστόσο, προς το τέλος, όταν ο ΜακΜέρφυ κάθεται δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και περιμένει τον Μπόμπυ και την Κάντυ να τελειώσουν τις ερωτοτροπίες τους, πιάνω τον εαυτό μου να προσεύχεται να μην κοιμηθεί ο Μακ. “Ίσως αυτή τη φορά τα καταφέρει!” σκέφτομαι.

Αυτό ονομάζω τέλεια ταινία.

My tweet question answered by professional screenwriters

Η ερώτησή μου στο twitter απαντάται από επαγγελματίες σεναριογράφους

The BAFTA Guru channel asked for tweet questions on screenwriting, to be answered by Nick Hornby (An Education, About a Boy, High Fidelity), Beau Willimon (The Ides of March, House of Cards), Andrew Bovell (A Most Wanted Man, Edge of Darkness), Jimmy McGovern (Cracker, Banished), and Nancy Meyers (Something’s Gotta Give, The Intern).

I tweeted my banal question (on writer’s resistance or block), not expecting such a wonderful video answer!

Το κανάλι BAFTA Guru ζήτησε στο twitter ερωτήσεις πάνω στη σεναριογραφία, για να απαντηθούν από τους Nick Hornby (An Education, About a Boy, High Fidelity), Beau Willimon (The Ides of March, House of Cards), Andrew Bovell (A Most Wanted Man, Edge of Darkness), Jimmy McGovern (Cracker, Banished), και τη Nancy Meyers (Something’s Gotta Give, The Intern).

Έστειλα ένα tweet με την κοινότοπη ερώτησή μου (σχετική με τις αντιστάσεις στο γράψιμο -το writer’s block δηλαδή), μην περιμένοντας μια τόσο θεαματική απάντηση!

A monster in the school bus

Ένα τέρας στο σχολικό λεωφορείο

Screenshot from Dirty Harry (1971).

Here are three scenes involving a school bus and a human (or not so human) monster. Ορίστε τρεις σκηνές αγωνίας που συμπεριλαμβάνουν ένα σχολικό και ένα ανθρώπινο (ή όχι τόσο ανθρώπινο) τέρας.

Dirty Harry (1971)

This film needs no introduction. Near its climax, psychopath villain Scorpio highjacks a school bus, but Inspector Callahan calls his dirty game. Αυτή η ταινία δε χρειάζεται συστάσεις. Κοντά στην κορύφωσή της, ο ψυχοπαθής κακοποιός Σκόρπιο κάνει πειρατεία σε ένα σχολικό, αλλά ο επιθεωρητής Κάλλαχαν παίζει επίσης βρώμικα, για να τον αντιμετωπίσει.

Duel (1971)

This movie is one of my personal favourites and I am tempted to say my best by Steven Spielberg. If you haven’t watched it, please do so. It is a 90-min masterclass on suspense, both writing and directing-wise.

On his way home, travelling salesman David Mann overtakes a monstrous truck, unwillingly starting a rivalry. Long story short, the truck chases Mann, trying to kill him, along the California desert road.

In this scene, the protagonist fails to push the school bus that needs assistance. Then, he watches in horror as the monstrous truck, which has already tried to kill him a few times earlier, makes its appearance and approaches the kids.

One has to watch the film up to that point, of course, in order to feel the suspense; during the scenes before, the truck has already made several attempts to kill David. Seeing the truck appear through the tunnel is by itself breathtaking.

Αυτή η ταινία είναι από τις αγαπημένες μου. Μπαίνω, μάλιστα, στον πειρασμό να πω ότι είναι η αγαπημένη μου από τον Στήβεν Σπίλμπεργκ. Αν δεν την έχετε δει, παρακαλώ κάντε το. Είναι ένα σεμινάριο 90 λεπτών πάνω στο σασπένς, τόσο σεναριακά όσο και σκηνοθετικά.

Καθώς επιστρέφει στο σπίτι, ο πλανώδιος πωλητής Ντέιβιντ Μανν προσπερνά ένα τερατώδες βυτιοφόρο, αθέλητά του ξεκινώντας μια κόντρα στην άσφαλτο. Για να μη μακρηγορούμε, το φορτηγό κυνηγά τον Μανν, προσπαθώντας να τον σκοτώσει, στην καυτή άσφαλτο της ερήμου της Καλιφόρνια.

Στη συγκεκριμένη σκηνή, ο πρωταγωνιστής αποτυγχάνει να σπρώξει το σχολικό που έχει μείνει. Τότε, βλέπει με τρόμο το τερατώδες φορτηγό, το οποίο προσπαθούσε να τον σκοτώσει πριν λίγη ώρα, να κάνει την εμφάνισή του και να πλησιάζει προς τα παιδιά.

Φυσικά, χρειάζεται κάποιος να δει ολόκληρη την ταινία ως εκείνο το σημείο, για να νιώσει το σασπένς· στις σκηνές που προηγούνται, ο φορτηγατζής έχει ήδη κάνει διάφορες απόπειρες να σκοτώσει τον Ντέιβιντ. Βλέποντας και μόνο το φορτηγό να εμφανίζεται μέσα από το τούνελ, μας κόβεται η ανάσα.

Nightmare on Elm Street 2 (1985)

This scene still gives me some shivers, long after the first time I saw it, let alone the first time my schoolmate Peter narrated it to me.

(I didn’t watch horror films in primary school. Those of us who had seen some narrated them to the rest, camp-fire style. It was awesome. Scary, too!)

Αυτή η σκηνή ακόμη με τρομάζει, πολλά χρόνια μετά από την πρώτη φορά που την είδα, για να μην πω από την πρώτη φορά που ο συμμαθητής μου ο Πέτρος μου την αφηγήθηκε.

(Δεν έβλεπα ταινίες τρόμου στο δημοτικό. Όσοι από μας είχαν δει μερικές, τις αφηγούνταν στους υπόλοιπους, σε στυλ ιστοριών γύρω από τη φωτιά. Ήταν καταπληκτικό. Τρομακτικό, επίσης!)

On Gaspar Noé (1): Seule Contre Tous

Περί του Γκασπάρ Νοέ (1): Μόνος Εναντίον Όλων

Screenshot from Seule Contre Tous

However the name of Gaspar Noé brings along a whiff of Christmas, the person is one of the most devilish creators that I can think of. He has a very rich inner world -especially rich at its darkest corners; I imagine his mind like the Minotaur’s labyrinth, thus very similar in architecture, decoration, and inhabitants to the club at the beginning of Irreversible– of which the visions he offers relentlessly, constructing particularly shocking and violent movies.

(I am certainly not a psychiatrist, but I am convinced that if Gaspar Noé had no way of expressing his creativity, he would be locked up as criminally insane.)

When I first heard about Noé, that was because of a film that featured a scene where, according to my shocked friends and colleagues, Monica Bellucci was being raped for 9 minutes.

I eventually watched Irreversible and adored its passionate and pathetic characters, as well as the tragic irony of their story. I reckoned it was a great piece of work. I am sorry that all everybody refers to is the rape scene. And the fire extinguisher scene.

However I liked Irreversible, Noé’s older movies, Carne and I Stand Alone (Seule Contre Tous), which I saw a few years later, did not delight me. For several years, I declared that, “despite being a fan of Irreversible, I don’t really like Gaspar Noé as a filmmaker.”

Until a few days ago, when I rewatched I Stand Alone. I remembered that it had one of the most chatty voice overs ever and, because I am currently working on a short screenplay in which I will use a lot of VO, I considered the film as a good example to study.

Obviously, my timing and mood during this, more recent, watching of the film were much more aligned with its structure and content. Naturally, some moments I found to be out of my taste’s boundaries; nevertheless, I caught myself actually following the butcher’s story with interest and quite a delight.

Plus, I studied the voice over.

A few days later than that, I rewatched Carne, too. I haven’t watched Enter the Void, yet, but it’s on my list. Besides, I need to study some point-of-view shots, too, for the very same short film.

Το όνομα του Γκασπάρ Νοέ φέρει κάτι από τη χαρά των Χριστουγέννων, όμως ο ίδιος είναι από τους πιο διαβολεμένους δημιουργούς που μπορώ να σκεφτώ. Έχει έναν πολύ πλούσιο εσωτερικό κόσμο -ειδικά πλούσιο σε σκοτεινές γωνίες· το μυαλό του το φαντάζομαι σαν τον λαβύρινθο του Μινώταυρου, πολύ κοντά δηλαδή στην αρχιτεκτονική, στο ντεκόρ και στους θαμώνες του κλαμπ της αρχής του Irreversible– του οποίου τα οράματα μας προσφέρει αφειδώς, κατασκευάζοντας εξαιρετικά βίαιες και σοκαριστικές ταινίες.

(Δεν είμαι ψυχίατρος, αλλά είμαι πεπεισμένος ότι αν ο Γκασπάρ Νοέ δεν είχε τρόπο να εκδηλώνει τη δημιουργικότητά του, θα βρισκόταν έγκλειστος σε κάποιο σωφρονιστικό ή ψυχιατρικό ίδρυμα.)

Όταν πρωτάκουσα για τον Νοέ ήταν με αφορμή μια ταινία που, όπως μού έλεγαν σοκαρισμένοι συμφοιτητές και φίλοι, είχε μια 9-λεπτη σκηνή βιασμού της Μόνικα Μπελούτσι.

Είδα κι εγώ το Irreversible και λάτρεψα τους παθιασμένους χαρακτήρες και την τραγική ειρωνεία της ιστορίας τους. Μού φάνηκε πολύ μαστόρικη δουλειά. Λυπάμαι που όλοι στέκονται στη σκηνή του βιασμού. Και του πυροσβεστήρα.

Όσο κι αν μού άρεσε το Irreversible, οι παλιότερες ταινίες του, Carne και Seul Contre Tous (Μόνος Εναντίον Όλων), τις οποίες είδα αργότερα, δε με ενθουσίασαν. Για κάποια χρόνια, λοιπόν, δήλωνα ότι, αν και οπαδός του Irreversible, ο Γκασπάρ Νοέ δε μού αρέσει ιδιαίτερα ως σκηνοθέτης.

Μέχρι που, πριν από λίγες μέρες, ξαναείδα το Seul. Θυμόμουν ότι είχε ένα από τα λαλίστατα voice over όλων των εποχών και, επειδή αυτόν τον καιρό δουλεύω μια μικρού μήκους στην οποία θα χρησιμοποιήσω πολύ το VO, το θεώρησα πολύ καλό παράδειγμα για μελέτη.

Προφανώς το timing και η διάθεσή μου στην πρόσφατη αυτή θέαση της ταινίας ήταν πολύ πιο ευθυγραμμισμένα με τη δομή και το περιχόμενό της. Φυσικά και κάποια πράγματα τα βρήκα εκτός του γούστου μου, ωστόσο έπιασα τον εαυτό μου να παρακολουθεί την ιστορία του χασάπη με ενδιαφέρον και με κάποια απόλαυση.

Και μελέτησα και το voice over.

Λίγες μέρες αργότερα, ξαναείδα και το Carne. Το Enter the Void δεν το έχω δει ακόμη, αλλά είναι στη λίστα. Χρειάζεται, εξάλλου, να μελετήσω και τη χρήση υποκειμενικών πλάνων, για την ίδια μικρού μήκους που γράφω.