Cosy and distraction-free writing: review of Write!

Γράψιμο χωρίς περισπασμούς: κριτική για την εφαρμογή Write!

This week, I had a pleasant surprise: the developpers of a new writing app called Write! contacted me and asked me to try the app out and mention it on my website. My site doesn’t regularly host reviews, even less of apps, but, being a writing geek, one of the things I love is to try out new apps that aim to ease the writing process and productivity in general. Thus, I did not hesitate at all. In a few hours, I had already downloaded Write! and started exploring it with merry curiosity.

So, what makes this app different to other writing software?


From my point of view, the app’s goal is to give the writer a distraction-free experience, as well as a powerful tool for organising her notes and documents. Let us see how this is achieved:


Write! offers a uniquely minimalistic user experience. Using the least of information, it gives the option of using Tabs (one for each open document), Folders (for grouping documents), and Sessions (a way of opening an ensemble of prechosen documents from various folders). By choosing the Full Screen mode, the environment becomes even more spartan, with only the text window visible, while the tabs discreetly slide off-screen. With two tiny (I mean tiny) round buttons, the user controls the appearance and disappearance of the two elegant sidebars, resulting if needed to a screen that shows the document’s text only. If this is not distraction-free, I don’t know what is.

Αυτή την εβδομάδα είχα μια ευχάριστη έκπληξη: οι developpers ενός νέου κειμενογράφου ονόματι Write! μού έγραψαν ζητώντας να δοκιμάσω την εφαρμογή και να κάνω μια αναφορά στο site μου. Το site μου δεν φιλοξενεί τακτικές κριτικές, πόσο μάλλον για applications, όμως, ως writing geek, ένα από τα πράγματα που λατρεύω είναι να δοκιμάζω εφαρμογές που διευκολύνουν το γράψιμο και την παραγωγικότητα. Δεν έχασα λοιπόν την ευκαιρία. Μέσα σε λίγες ώρες, είχα κατεβάσει το Write! και είχα ξεκινήσει να το επεξεργάζομαι με ευχάριστη περιέργεια.

Τι κάνει λοιπόν αυτή την εφαρμογή να διαφέρει από άλλες συγγραφικές εφαρμογές;

Κεντρική Ιδέα

Κατά τη γνώμη μου, στόχος του Write! είναι να προσφέρει στον συγγραφέα ένα περιβάλλον χωρίς περισπασμούς (distraction-free), καθώς και ένα δυνατό εργαλείο για την οργάνωση των σημειώσεων και κειμένων. Για να δούμε πώς αυτό επιτυγχάνεται:


Το Write! έχει ένα άπαιχτο μινιμαλιστικό περιβάλλον. Με ελάχιστη πληροφορία, δίνει τη δυνατότητα χρήσης Tabs (ένα για το κάθε κείμενο), Folders (για ομαδοποίηση κειμένων), και Sessions (άλλος τρόπος ομαδοποίησης, που ανοίγει ταυτόχρονα κείμενα από διάφορα folders). Με επιλογή Full Screen mode, το περιβάλλον γίνεται ακόμη πιο λιτό, αφήνοντας μόνο το παράθυρο του ίδιου του κειμένου, ενώ τα tabs γλιστρούν διακριτικά εκτός οθόνης. Με δύο πολύ μικρά (πολύ μικρά) στρογγυλά κουμπάκια, ο χρήστης ελέγχει την εμφάνιση ή την εξαφάνιση των δύο κομψών sidebars, καταλήγοντας αν επιθυμεί σε μια οθόνη που δεν δείχνει τίποτα εκτός από το κείμενο. Αυτός είναι πράγματι ο ορισμός του distraction-free.

Sidebar small
Full Screen small

Why not add to the positive elements of the user experience the Dark Theme, a soothing grey much more relaxing to the eyes than the classic white – I was instantly hooked – as well as the option to Enable Typing Sounds, that accompanies the typing with nostalgic typewriter sounds, either mechanical or electric. The latter is obviously more playful than useful feature, but I have to admit that since I discovered it I keep it on constatly. (Even at this moment, writing this post next to my sleeping son, I have put on my earphones so that I don’t miss the tac tac sounds!)


The app allows saving documents on the hard drive, as well as on Write’s own cloud. For local management, the files are saved as various formats, with the principal one being that of the app itself (.wtt), while one has more options with Export. For the time being, I have been saving exclusively on the app’s cloud, without any problems.

Ας προσθέσουμε στα θετικά της εμπειρίας του χρήστη και το Dark Theme, ένα απαλό γκρι πολύ πιο ξεκούραστο για τα μάτια από το κλασικό λευκό – εμένα με κέρδισε αμέσως – καθώς και το Enable Typing Sounds, που συνοδεύει την πληκτρολόγηση με ένα νοσταλγικό ήχο γραφομηχανής, είτε μηχανικής είτε ηλεκτρικής. Το τελευταίο είναι φυσικά feature περισσότερο παιχνιδιάρικο παρά χρήσιμο, αλλά από τη στιγμή που το ανακάλυψα το έχω μόνιμα αναμμένο. (Ως και αυτή τη στιγμή, που γράφω το παρόν post δίπλα στον κοιμισμένο γιο μου, έχω φορέσει ακουστικά για να μην στερούμαι το τσάκα τσάκα!)


Η εφαρμογή επιτρέπει το σώσιμο των αρχείων στον σκληρό δίσκο ή σε δικό της cloud. Για τοπική αποθήκευση, τα αρχεία σώζονται σε διάφορα formats, με βασικό το φορμάτ της ίδιας της εφαρμογής (.wtt), ενώ περισσότερες επιλογές έχει κανείς αν κάνει Export. Όσο καιρό το χρησιμοποιώ, σώζω αποκλειστικά στο cloud της εφαρμογής χωρίς προβλήματα.

Save As small


Write! comes with an embedded spell check tool for several languages, including Greek – which obviously interests me particularly.


Since I downloaded it, I keep Write! open constantly on some window of my laptop. Until now, I have started using it for various documents, some for composing emails, quick notes, gags, thoughts, as well as the synopsis of a feature film. During the few days of its intensive use, I did not attempt to start a more grandiose project than the above (eg. a… novel?). Nevertheless, my impression is that the app’s power lies on writing and organising notes, as well as writing first drafts of medium-sized projects.

The reason for this impression comes from the fact that Write! is a linear writing tool. Yes, it organises its files in an excellent way, but the file is still the smallest unit used by the app. Thus, if a file augments in word count, it makes it very easy for the writer to get lost in the text, as much as in a Word document.

For larger projects, I still consider a non-linear writing app as an essential (like Scrivener, which gives the ability to break down the text in as little and as many bits as desired – I often feel like breaking a scene down into beats – and it saves each project as a bundle with all the accompanying elements packed within, be they text or images). Of course, this strays the conversation towards a very different kind of app – and obviously not a distraction-free one, since Scrivener’s menus admittedly require a strong stomach.

On the contrary, Write’s developpers aim to offer a combination of abilities and a cosy and simple environment, creating an app that inspires more dionysian writing storms than meticulous editing. And they achieve it a hundred per cent.


Το Write! έρχεται ενσωματωμένο με ορθογραφικό έλεγχο για αρκετές γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων και της ελληνικής. (Μόλις τώρα συνειδητοποίησα ότι η λέξη μεγαλεπήβολος δεν γράφεται με ιώτα!)


Από τη στιγμή που το κατέβασα, έχω το Write συνεχώς ανοιχτό σε κάποιο παράθυρο του λάπτοπ μου. Ως τώρα, έχω ανοίξει σε αυτό διάφορα κείμενα, εκ των οποίων κάποια είναι για γράψιμο email, γρήγορων σημειώσεων, gags, σκέψεων, καθώς και για τη σύνοψη μιας ταινίας. Μέσα στις λίγες μέρες εντατικής χρήσης, δεν δοκίμασα να ξεκινήσω κάποιο πρότζεκτ πιο μεγαλεπήβολο από τα παραπάνω. Έχω ωστόσο την εντύπωση ότι η δύναμη της εφαρμογής βρίσκεται κυρίως στο γράψιμο και την οργάνωση σημειώσεων, καθώς και στη συγγραφή πρώτων drafts κειμένων περιορισμένου μεγέθους.

Ο λόγος αυτής μου της εντύπωσης είναι ότι το Write! δεν παύει να είναι ένας γραμμικός επεξεργαστής κειμένου. Ναι, οργανώνει άψογα τα διάφορα αρχεία του, αλλά το αρχείο είναι η ελάχιστη μονάδα που αναγνωρίζει. Αν ένα αρχείο αυξηθεί πολύ σε μέγεθος, είναι τόσο εύκολο να χαθείς στο κείμενο, όσο σε ένα αρχείο του Word.

Για μεγάλα projects, συνεχίζω να θεωρώ απαραίτητο έναν μη-γραμμικό επεξεργαστή κειμένων (συγκεκριμένα το Scrivener, που δίνει τη δυνατότητα κατακερματισμού του κάθε κειμένου σε μικρά κομμάτια, και σώζει το κάθε πρότζεκτ ως πακέτο με όλα τα στοιχεία που το συνοδεύουν, κείμενα, εικόνες, κλπ.). Εκεί πηγαίνουμε πλέον σε άλλο είδος εφαρμογής, βέβαια, και σίγουρα όχι distraction-free, καθώς τα μενού του Scrivener είναι για γερά στομάχια.

Αντίθετα, με το Write!, νομίζω ότι οι developpers επιθυμούν να προσφέρουν έναν συνδυασμό δυνατοτήτων και λιτού περιβάλλοντος, φτιάχνοντας μια εφαρμογή που στόχο έχει να εμπνέει το καταιγιστικό, διονυσιακό γράψιμο περισσότερο από την ενδελεχή επιμέλεια. Και το πετυχαίνουν απόλυτα.

The first album of Palio Flaski

Ο πρώτος δίσκος του συγκροτήματος Palio Flaski


A few weeks ago, the Greek band Palio Flaski released its first album, under the name of Teapot.

I am especially moved by the event, since the group’s guitarist is a childhood friend and co-member of the heavy metal school band that rocked the world back in the 90s -in our hearts, at least.

I am glad that Nicholas continues his musical activities, especially in a band of which the sound is very different than anything else.

Palio Flaski’s sound is dark and particular, due to its hoarse and emotional lower-register vocals, as well as an unprecedented use of bouzouki and baglama.

The aesthetic result and the English lyrics take you on a journey to the world of Palio Flaski, a world that feels like a parallel universe, inaccessible and wonderful.

It is definitely not everyone’s cup of tea, nor does it intend to be. Its sound’s particularity will be reached by a particular audience.

The Teapot album can be streamed or downloaded for free here.

Visit the band’s Facebook page for more.

Πριν λίγες εβδομάδες, το συγκρότημα Παλιό Φλασκί έβγαλε τον πρώτο του δίσκο, με τίτλο Teapot.

Η δική μου συγκίνηση για το γεγονός είναι ιδιαίτερη, καθώς ο κιθαρίστας του συγκροτήματος είναι παιδικός φίλος και μάλιστα συνοργανοπαίκτης στο λυκειακό χέβι μέταλ σχήμα που άφησε εποχή στα 90s -μέσα στις καρδιές μας, τουλάχιστον.

Χαίρομαι πολύ που ο Νικόλας συνεχίζει τις μουσικές του δραστηριότητες και μάλιστα σε ένα συγκρότημα με ήχο εντελώς έξω από τα συνηθισμένα.

Ο ήχος του Παλιού Φλασκιού είναι σκοτεινός και ιδιαίτερος, χάρη στα βαθιά και βραχνά φωνητικά του, αλλά και σε μια πρωτοφανή και εξαιρετική χρήση του μπουζουκιού και του μπαγλαμά.

Το μουσικό αποτέλεσμα και ο αγγλικός στίχος είναι κάτι που σε ταξιδεύει στον κόσμο του Παλιού Φλασκιού, κόσμο που μάλλον αποτελεί σύμπαν παράλληλο, άπιαστο, και γοητευτικό.

Σίγουρα δεν είναι όλων το cup of tea και σίγουρα ούτε σκοπεύει να είναι. Η ιδιαιτερότητα του ήχου θα αγκαλιάσει και ιδιαίτερη μερίδα ακροατών.

Ο δίσκος Teapot διατίθεται δωρεάν για streaming και download εδώ.

Επισκεφτείτε τη σελίδα της μπάντας στο Facebook για περισσότερα.

What I enjoyed in Black Snake Moan

Τι μού άρεσε στο Black Snake Moan

I did not expect to be impressed by a film about how an old bluesman (Samuel Jackson) straightens up a sex-hungry nymphet (Christina Ricci) by chaining her to his old radiator.

(Thinking about it, I should probably expect some impression…)

I am glad that my small expectations were false. Here are the things I liked in this movie:

1. The story is insane, but realistic and -actually- really good.

2. Despite the extremity of the situation, the characters are very real and believable, a fortunate result of good screenwriting, directing, and acting.

Δεν περίμενα να μού κάνει ιδιαίτερη εντύπωση μια ταινία με υπόθεση το πώς ένας γεροπαράξενος μπλουζίστας (Samuel Jackson) βάζει στον ίσιο δρόμο ένα αχόρταγο για σεξ νυμφίδιο (Christina Ricci) δένοντάς το με αλυσίδα από το παλιό του καλοριφέρ.

(Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως θα έπρεπε να μού κάνει μια κάποια εντύπωση…)

Χαίρομαι που διαψεύστηκαν οι μικρές προσδοκίες μου. Συνοπτικά, να τα πράγματα που μού άρεσαν στην ταινία αυτή:

1. Το στόρυ είναι θεοπάλαβο, αλλά αληθοφανές και άψογα χτισμένο δραματουργικά.

2. Ομοίως, παρά τις ακραίες καταστάσεις, οι χαρακτήρες είναι επίσης αληθινοί και απόλυτα πιστευτοί, αποτέλεσμα πετυχημένου συνδυασμού σεναρίου, σκηνοθεσίας, και ηθοποιών.

3. The acting is great, coming from the two protagonists, as well as the supporting characters.

Christina Ricci courageously commits to a very demanding role, both dramatically and physically. Her slow motion shot where she runs away only to be  yanked back by the chain around her waist is unforgettable, as is  the speed in which she removes her top before the stunned grocery boy. More than anything, though, she manages to deliver Rae’s pain with a very moving performance.

Samuel Jackson is superb -as always- in the part of the self-appointed preacher with his own demons, filling him with rage and fear (and relating to the film’s title).

John Cothran is another gem, in the role of the local reverend.

3. Η ηθοποιία είναι θαυμάσια, τόσο από τους δύο πρωταγωνιστές, όσο και από τους χαρακτήρες που τούς πλαισιώνουν.

Η Κριστίνα Ρίτσι τα δίνει όλα, σε έναν ρόλο έκπληξη, με τρομερές δραματικές -και σωματικές- απαιτήσεις. Το πλάνο αργής κίνησης όπου πάει να ξεφύγει τρέχοντας και η αλυσίδα την τραβά πίσω είναι αξέχαστο, όπως αξέχαστη είναι και η ταχύτητα που ξεφορτώνεται το μπλουζάκι της μπροστά στον σαστισμένο πιτσιρικά που κουβαλά τα ψώνια. Πάνω από όλα, όμως, αποδίδει συγκινητικά τον πόνο της βασανισμένης Rae.

Ο Σάμιουελ Τζάκσον, εξαιρετικός όπως πάντα, είναι σκέτη απόλαυση στον ρόλο του αυτόκλητου ιεροκήρυκα με τούς δικούς του δαίμονες που τον γεμίζουν φόβο και οργή (και συνδέονται με τον τίτλο της ταινίας).

Διαμάντι και ο Τζων Κόθραν (John Cothran), στον ρόλο του ιερέα.

3. The story’s finale is happy yet believable. Rae marries her sweetheart, still carrying her sex addiction; her maturity lies on the fact that she has learnt to deal with it. Moreover, having grown stronger, she can even help her troubled sweetheart (Justin Timberlake) with his own demons.

4. The moral of the story is there to empower us. The movie ends with the statement that fear will always knock on our door. It is our responsibility to stand our ground, by making the choice of being present and mindful, instead of fleeing into addiction and escapism.

3. Το φινάλε είναι αίσιο, χωρίς να είναι ηλιθίως παραμυθένιο. Η Rae παντρεύεται τον αγαπητικό της, ενώ συνεχίζει να κουβαλά τον εθισμό της στο σεξ· η ωριμότητά της βρίσκεται στο ότι έχει μάθει πλέον να τον αντιμετωπίζει. Επιπλέον, έχοντας χειραφετηθεί η ίδια, μπορεί πια να βοηθήσει και τον σύντροφό της (Justin Timberlake) να ξεπεράσει το δικό του πρόβλημα.

4. Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας σκοπεύει να μας ενδυναμώσει όχι να μας νανουρίσει. Η ταινία τελειώνει με το συμπέρασμα ότι ο φόβος πάντα θα μάς χτυπά την πόρτα. Είναι η δική μας δουλειά να σταθούμε στο ύψος της κάθε περίστασης, επιλέγοντας να είμαστε παρόντες και με επίγνωση, αντί να βρίσκουμε καταφύγιο στον εθισμό και τη φυγή.

Have you seen this film? Do you agree with me? Leave your comments below. Έχεις δει αυτή την ταινία; Συμφωνείς μαζί μου; Μπορείς να αφήσεις ένα σχόλιο παρακάτω.