Alphabet Monologues launch today

Οι Αλφαβητικοί Μονόλογοι ξεκινούν σήμερα

“Go on then! Fuck off!” … is probably not the most appropriate thing to say. At a funeral. Just as they’re lowering the coffin into the ground. And it’s your dad.

The first lines of the first Alphabet Monologue make sure they catch your attention. But it’s the ending that is the most gratifying, when the reason behind the foul language is explained, in an emotionally charged and beautifully bookended pay-off.

Actor, writer, and director Debra Baker has launched an intense new project. The Alphabet Monologues is a series of 52 filmed monologues, released every week for a whole year. They feature characters whose names follow the alphabetical order -26 female and 26 male.

Watch the first monologue above. You can find the project on Facebook and Twitter.

«Άντε, λοιπόν! Τράβα γαμήσου!» … δεν είναι και ό,τι πιο πρέπον μπορεί να ειπωθεί. Σε μια κηδεία. Καθώς χαμηλώνουν το φέρετρο στο χώμα. Και είναι ο πατέρας σου.

Οι πρώτες ατάκες του πρώτου Αλφαβητικού Μονολόγου καταφέρνουν να τραβήξουν την προσοχή μας. Ωστόσο, είναι το τέλος που δίνει τη μεγάλη ικανοποίηση, όταν εξηγείται η αιτία πίσω από την αθυροστομία, σε μια συναισθηματικά φορτισμένη και όμορφα πλεγμένη κατάληξη.

Η ηθοποιός, συγγραφέας, και σκηνοθέτης Ντέμπρα Μπέηκερ ξεκίνησε ένα εντατικό νέο πρότζεκτ. Οι Αλφαβητικοί Μονόλογοι είναι μια σειρά από 52 φιλμαρισμένους μονολόγους, που βγαίνουν στον αέρα κάθε εβδομάδα, για μια ολόκληρη χρονιά. Τα ονόματα των χαρακτήρων τους ακολουθούν αλφαβητική σειρά -26 γυναίκες και 26 άντρες.

Δείτε τον πρώτο μονόλογο παραπάνω. Μπορείτε να βρειτε το πρότζεκτ στο Facebook και στο Twitter.



Lately, my weekly schedules look like this: Τελευταία, τα εβδομαδιαία προγράμματα μου δείχνουν κάπως έτσι:


The mind map form relaxes me, compared to a strict tasklist. The intense colourcoding reminds me of nursery school and gets me in touch with a more playful self. Η μορφή του χάρτη του νου με χαλαρώνει, έναντι της αυστηρής λίστας. Η έντονη χρωματική κωδικοποίηση μού θυμίζει νηπιαγωγείο και με φέρνει σε επαφή με έναν πιο παιχνιδιάρη εαυτό μου.

Thelma and Louise: an objection

Θέλμα και Λουίζ: μια ένσταση


My only objection with the film has to do with the fact that Thelma’s husband is a one-dimensional buffoon. Η μόνη μου ένσταση με το φιλμ έχει να κάνει με το ότι ο σύζυγος της Θέλμα είναι ένας μονοδιάστατος καραγκιόζης.




While I was writing next week’s newsletter, I was distracted by voices and sounds from my next door neighbour, who was playing basketball.

Summer is here. Nevermind the rain, two nights ago.

Καθώς έγραφα το newsletter της επόμενης εβδομάδας, μού αποσπούσαν την προσοχή οι φωνές και οι ήχοι του γείτονα, που έπαιζε μπάσκετ.

Το καλοκαίρι έφτασε. Δεν πειράζει που έβρεξε πριν δυο νύχτες.

The power (and limits) of pitching

Η δύναμη (και τα όρια) του pitch

Endless Orgy for the Goddess of Perversion

A couple of days ago, in our local supermarket, a promo-lady (or whatever they are called) pitched us a new unknown fizzy drink. The pitch was not bad; it pivoted on a couple of keywords relevant to healthy living, the thing was on offer, too, so we got hooked. We bought two cans in the price of one.

At home, when I tasted the thing, I discovered that it was horrible; it tasted like cough syrup.

The moral of the story: pitching is essential to draw the customer’s attention to your product. Nevertheless, this is as far as a good pitch will take you. After that, your product better be good. The promo-lady would not have much to reply to a complain of mine along the lines of “But it tastes like cough syrup; I hate cough syrup.”

Πριν δυο μέρες, στο σούπερμάρκετ, μια από τις προωθητικές δεσποινίδες που συχνάζουν σε τέτοια μέρη μάς έκανε pitch ένα άγνωστο αναψυκτικό. Το pitch δεν ήταν κακό· πάτησε σε μια δυο λέξεις κλειδιά σχετικές με υγιεινή διατροφή, ήταν και σε προσφορά… Τσιμπήσαμε. Αγοράσαμε δύο κουτάκια στην τιμή του ενός.

Όταν, στο σπίτι, άνοιξα το ένα κουτάκι για να το δοκιμάσω, βρήκα ότι το αναψυκτικό ήταν απαίσιο· έμοιαζε με σιρόπι για τον βήχα.

Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας: το pitch είναι απαραίτητο για να δώσει ο πελάτης την προσοχή του στο προϊόν σου. Ωστόσο, ένα καλό pitch θα σε πάει μέχρι εκεί. Από εκεί και ύστερα, καλά θα κάνει το προϊόν σου να κρατήσει τον πελάτη. Η κοπέλα δε θα είχε πολλά αντεπιχειρήματα να απαντήσει στο δικό μου “Μα, έχει γεύση σα σιρόπι για τον βήχα· μού τη σπάει το σιρόπι για τον βήχα.”

What I call the perfect movie

Τι ονομάζω τέλεια ταινία

After having watched One Flew Over The Cuckoo’s Nest for more than 20 times, I think I have grasped the definition of the perfect film.

I have seen the movie again and again; there is no question that I know exactly what happens in each scene. Nevertheless, near the end, when McMurphy sits by the open window and waits for Bobby and Candy to finish their loving business, I catch myself praying that Mac doesn’t fall asleep. “Maybe this time he will make it!” I am thinking.

This is what I call a perfect film.

Έχοντας δει την ταινία Η Φωλιά του Κούκου πάνω από 20 φορές, νομίζω ότι έχω συλλάβει τον ορισμό της τέλειας ταινίας.

Έχω δει την ταινία ξανά και ξανά· δεν υπάρχει αμφιβολία ότι γνωρίζω τι συμβαίνει ακριβώς σε κάθε της σκηνή. Ωστόσο, προς το τέλος, όταν ο ΜακΜέρφυ κάθεται δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και περιμένει τον Μπόμπυ και την Κάντυ να τελειώσουν τις ερωτοτροπίες τους, πιάνω τον εαυτό μου να προσεύχεται να μην κοιμηθεί ο Μακ. “Ίσως αυτή τη φορά τα καταφέρει!” σκέφτομαι.

Αυτό ονομάζω τέλεια ταινία.

My interview on writing The Republic’s screenplay

Η συνέντευξή μου σχετικά με το σενάριο της ταινίας The Republic

Here is a link to my first interview as a screenwriter and as the writer of The Republic. (Greek only!) Εδώ είναι το λινκ για την πρώτη μου συνέντευξη ως σεναριογράφου και ως του σεναριογράφου της ταινίας The Republic, η οποία παίζεται αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες.

My tweet question answered by professional screenwriters

Η ερώτησή μου στο twitter απαντάται από επαγγελματίες σεναριογράφους

The BAFTA Guru channel asked for tweet questions on screenwriting, to be answered by Nick Hornby (An Education, About a Boy, High Fidelity), Beau Willimon (The Ides of March, House of Cards), Andrew Bovell (A Most Wanted Man, Edge of Darkness), Jimmy McGovern (Cracker, Banished), and Nancy Meyers (Something’s Gotta Give, The Intern).

I tweeted my banal question (on writer’s resistance or block), not expecting such a wonderful video answer!

Το κανάλι BAFTA Guru ζήτησε στο twitter ερωτήσεις πάνω στη σεναριογραφία, για να απαντηθούν από τους Nick Hornby (An Education, About a Boy, High Fidelity), Beau Willimon (The Ides of March, House of Cards), Andrew Bovell (A Most Wanted Man, Edge of Darkness), Jimmy McGovern (Cracker, Banished), και τη Nancy Meyers (Something’s Gotta Give, The Intern).

Έστειλα ένα tweet με την κοινότοπη ερώτησή μου (σχετική με τις αντιστάσεις στο γράψιμο -το writer’s block δηλαδή), μην περιμένοντας μια τόσο θεαματική απάντηση!

The five steps of accepting a one-shot film: Sebastian Schipper’s interview on “Victoria”

Τα πέντε στάδια της αποδοχής μιας μονόπλανης ταινίας: η συνέντευξη του Σεμπάστιαν Σίππερ για τη “Victoria”

Screenshot from the film "Victoria."

Whenever I hear about movies filmed in one shot (Russian Ark, Birdman and -almost- Hitchcock’s Rope), my reaction goes through the following stages:

First, aversion: it seems to me that the director wants to pull off a stunt, by adding more difficulty to the already difficult feat called filmmaking, aiming just to show off, like riding a bicycle without using hands.

Second, smiling: I recall the Monty Python sketch that best illustrates my point: the pianist performing Tchaikovsky’s First Concerto, while escaping from a sack, three padlocks, and a pair of handcuffs.

Third, acceptance: of my not so well-hidden envy towards directors who think that big. It is, indeed, an impressive stunt. This is where my envy starts turning into admiration and inspiration.

Four, dialogue with inner child: I love riding a bicycle without using hands. Why not? “Look! No hands!”

Final stage, enjoyment: of Sebastian Schipper’s interview on his film Victoria, which was shot in one shot. The director is two times as courageous, since he shares with us the difficulties and “mistakes” of his creative process.

Όποτε ακούω για ταινίες που έχουν γυριστεί με ένα πλάνο (Η Ρώσικη Κιβωτός, Birdman, και -σχεδόν- η Θηλειά του Χίτσκοκ), η αντίδρασή μου περνά από τα παρακάτω στάδια:

Πρώτον, απέχθεια: μού φαίνεται ότι ο σκηνοθέτης θέλει να επιτύχει ένα ακροβατικό, προσθέτοντας μια επιπλέον δυσκολία στο ήδη απαιτητικό πράγμα που λέγεται γύρισμα, σα να κάνει ποδήλατο χωρίς χέρια.

Δεύτερον, χαμόγελο: θυμάμαι το σκετς των Μόντυ Πάιθον που εικονογραφεί καλύτερα τα παραπάνω: ο πιανίστας που εκτελεί το πρώτο κονσέρτο του Τσαϊκόφσκι, ενώ ταυτόχρονα δραπετεύει από ένα σάκο, τρεις κλειδαριές και ένα ζευγάρι χειροπέδες.

Τρίτον, αποδοχή: του όχι και τόσο καλά κρυμμένου φθόνου προς τους σκηνοθέτες που κάνουν τόσο μεγάλα σχέδια. Είναι πράγματι ένα πολύ εντυπωσιακό ακροβατικό. Σε αυτό το σημείο, ο φθόνος μου ξεκινά να μεταμορφώνεται σε θαυμασμό και έμπνευση.

Τέταρτον, διάλογος με το παιδί μέσα μου: μού αρέσει να κάνω ποδήλατο χωρίς χέρια. Γιατί όχι; “Κοιτάξτε! Χωρίς χέρια!”

Τελευταίο στάδιο, απόλαυση: του διαβάσματος της συνέντευξης του Sebastian Schipper για την ταινία του Victoria, ταινία που έχει γυριστεί όλη σε ένα πλάνο. Ο σκηνοθέτης αποδεικνύεται διπλά θαρραλέος, καθώς δε φοβάται να μοιραστεί μαζί μας τις δυσκολίες και τα “λάθη” του, κατά τη διαδικασία δημιουργίας της ταινίας.