Theory vs. spontaneity: the approach of a Zen master

Θεωρία εναντίον αυθορμητισμού: η προσέγγιση ενός δασκάλου Ζεν

Every time I teach screenplay, there will be someone who, struggling to digest big chunks of theory, will gasp in horror:

“Now that I am learning the theory, I will never enjoy a movie again! I will go to the cinema and I will be thinking plot points, character flaws, transformation arcs, plants and pay-offs, etc…”

Always ready -and shameless- I usually reply with:

“The knowledge of the human body’s functions doesn’t have to take away the enjoyment of sexual intercourse.”

Takuan Soho, in his book The Unfettered Mind – Writings of the Zen Master to the Sword Master*, gives his own answer to the eternal conflict between theory and spontaneity, unaware of my sexual metaphor:

As the beginner knows nothing about either his body posture or the positioning of his sword, neither does his mind stop anywhere within him. If a man strikes at him with the sword, he simply meets the attack without anything in mind.

As he studies various things and is taught the diverse ways of how to take a stance, the manner of grasping his sword and where to put his mind, his mind stops in many places. Now if he wants to strike at an opponent, he is extraordinarily discomforted.

Later, as days pass and time piles up, in accordance with his practice, neither the postures of his body nor the ways of grasping the sword are weighed in his mind. His mind simply becomes as it was in the beginning when he knew nothing and had yet to be taught anything at all.

In other words, learning goes through three stages.

At the first stage, there is the absolute beginner: innocent, untouched by theory. On the one hand, she doesn’t think, when attacked with a sword or when watching movies. On the other hand, she doesn’t know how to fight, nor how to write screenplays.

At the second stage, there is the sophomore: she has studied the theory, but it occupies her mind too much, to the point where she cannot think anything other than doing it right. In theory, she can write screenplays or fight with a sword. In reality, though, she freezes, unable to manage theory itself.

At the third stage, stands the master: theory has transcended her conscious mind, soaking the body; the subconscious. The master acts without the intervention of thought. Her mind, thoughtless, resembles that of the beginner. Nevertheless, any similarity ends there.

Thus, have patience, my dear colleagues. When the third act of your training comes, theory will resign from the spotlight to the backstage. Then and only then, you will be able to enjoy movies again, like a virgin.

If again you are not satisfied by the Zen Master’s answer, I am sure that my own sexual approach will cover you.

Κάθε φορά που διδάσκω σενάριο, θα υπάρχει πάντα κάποιος που, πασχίζοντας να χωνέψει τεράστιες ποσότητες θεωρίας, θα αναφωνήσει πανικόβλητος:

«Τώρα που μαθαίνω τη θεωρία, ποτέ δε θα ξαναπολαύσω ταινία! Θα βλέπω κινηματογράφο και θα σκέφτομαι plot points, character flaws, transformation arcs, plant and pay off κλπ…»

Πάντοτε ετοιμόλογος -και ξεδιάντροπος- αυτό που συνήθως απαντώ είναι:

«Η γνώση των λειτουργιών του ανθρώπινου σώματος δε χρειάζεται να καταργεί την απόλαυση της ερωτικής πράξης.»

Ο Τάκουαν Σόχο, στο βιβλίο του Ο Αδέσμευτος Νους – Γραπτά του Δασκάλου του Ζεν προς τον Δάσκαλο του Ξίφους*, δίνει τη δική του απάντηση σε αυτή τη σύγκρουση θεωρίας και αυθορμητισμού, αγνοώντας τη δική μου σεξουαλική μεταφορά:

Ένας αρχάριος, που αγνοεί ολότελα ό,τι αφορά στη σωστή στάση του σώματός του ή τη θέση του ξίφους του, θα δεχόταν μια επίθεση χωρίς να σκεφτεί τίποτα, καθώς ο νους του, που βρίσκεται μέσα στην άγνοια, δε στέκεται κάπου συγκεκριμένα.

Όσο περισσότερο εμβαθύνει στις διάφορες στάσεις, στον τρόπο λαβής του ξίφους του και γενικά σε ό,τι πρέπει να έχει κατά νου, τόσο περισσότερο δεσμεύεται νοητικά. Σε αυτό το στάδιο θα αισθανθεί εξαιρετικά άβολα, αν χρειαστεί να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο.

Όσο περνά ο καιρός, ως προς την τεχνική του, αφομοιώνει όλο και καλύτερα τη γνώση των θέσεων του σώματος ή των τρόπων λαβής του ξίφους. Ο νους του τότε γίνεται απλά όπως ήταν στην αρχή, όταν δεν είχε διδαχτεί και δε γνώριζε τίποτε ακόμη.

Με λίγα λόγια, η μάθηση περνά από τρία στάδια.

Στο πρώτο στάδιο βρίσκεται ο εντελώς αρχάριος: αθώος, ανέγγιχτος από τη θεωρία. Από τη μία, δεν σκέφτεται, όταν τού επιτίθενται με σπαθί ή όταν βλέπει ταινίες. Από την άλλη, δεν ξέρει να ξιφομαχεί, ούτε να γράφει σενάρια.

Στο δεύτερο στάδιο βρίσκεται ο ημιμαθής: έχει μελετήσει τη θεωρία, αλλά αυτή απασχολεί πολύ το μυαλό του, σε σημείο που δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο από το αν κάνει τα πράγματα σωστά. Θεωρητικά, ξέρει να γράφει σενάρια ή να ξιφομαχεί. Στην πράξη, όμως, πετρώνει από αδυναμία διαχείρισης της θεωρίας.

Στο τρίτο στάδιο βρίσκεται ο δεξιοτέχνης: η θεωρία τον έχει εμποτίσει, περνώντας από τον νου του στο σώμα· από το συνειδητό, στο υποσυνείδητο. Ο δεξιοτέχνης δρα χωρίς παρεμβολή σκέψης. Ο νους του, καθώς δεν σκέφτεται, μοιάζει αρκετά με αυτόν του αρχαρίου, ωστόσο η ομοιότητα σταματά εκεί.

Υπομονή, λοιπόν, αγαπητοί συμμαθητές. Όταν ξεκινήσει η τρίτη πράξη της εξάσκησής σας, η θεωρία θα αποτραβηχτεί από τους προβολείς στα παρασκήνια. Τότε και μόνο τότε, θα μπορείτε και πάλι να απολαμβάνετε τις ταινίες, like a virgin.

Αν πάλι δεν ικανοποιείστε από την απάντηση του Δασκάλου του Ζεν, ελπίζω ότι η δική μου σεξουαλική προσέγγιση θα σας καλύψει.

* Translated by William Scott Wilson * Το βιβλίο έχει εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ιάμβλιχος, με τίτλο Ζεν και η Τέχνη του Ξίφους.

Roots

Ρίζες

Cables to Branches

When one loses one’s way, it helps remembering what the destination always was. I am referring to our tender ages, which do not tolerate evasions and excuses. My question is ruthless: when you were little, what did you want to be when you grow up?

As children, what you were doing when you were stealing time from your obligations is very probably trying to tell you who you really are. A very important inner equilibrium is restored when one finds a way to act according to the desire of one’s heart. And the way is not unique.

Όταν κάποιος χάνει τον δρόμο του, βοηθά να θυμάται πού ήθελε πάντα να πάει. Μιλάω για τις τρυφερές ηλικίες, οι οποίες δε σηκώνουν υπεκφυγές και δικαιολογίες. Η ερώτησή μου είναι αμείλικτη: όταν ήσαστε μικροί, τι θέλατε να γίνετε όταν μεγαλώσετε;

Αυτό που κάνατε ως παιδιά, όταν κλέβατε χρόνο από τα διάφορα πρέπει σας, είναι πολύ πιθανόν να προσπαθεί να σας πει ποιοι είστε πραγματικά. Αποκαθίσταται σημαντική εσωτερική ισορροπία όταν κάποιος βρει τρόπο να κάνει αυτό που η καρδιά του επιθυμεί. Και δεν είναι μοναδικός ο τρόπος. Πόσο μάλλον ο δρόμος που καταλήγει σε αυτόν.

The above is an extract from the first screenplay I ever wrote. It was once upon a time in primary school, deeply influenced by the movie Thou-Vou Bald Agent, a slapstick comedy with Thanasis Veggos. Το παραπάνω είναι απόσπασμα από το πρώτο σενάριο ταινίας που έγραψα ποτέ. Θα ήταν κάπου στο δημοτικό, βαθύτατα επηρεασμένος από την ταινία Θου – Βου Φαλακρός Πράκτωρ. Επιχείρησις: Γης Μαδιάμ, με τον Θανάση Βέγγο.

This second piece is an extract from one of the adventure game scripts I wrote, also while in primary school. Αυτό, δε, είναι απόσπασμα ενός από τα σενάρια που έγραφα μικρός για adventure games στον υπολογιστή.

Last but not least, an extract from one of the comic strips I used to draw while in early high school.

These where samples of a specific calling. To be honest, I didn’t fully comprehend the calling, back then. Focusing on my comics drawing skills, I stated that I wanted to become a comics artist.

Influenced by my parents, who put forth the convincing argument that “architecture would help my comics skills,” I started my studies in the school of architecture. I followed the curriculum with enough pleasure, but I always felt like an outsider; my foot was always in the door -on the way out. I was looking for excuses to do things other than actual architecture: I would join the choir, the theatre team, the dark room… Until, at some point, through a couple of optional courses, I came across cinema and started writing and shooting films, a period highlighted by the feature zombie comedy Dajenech.

Perhaps I didn’t realise it when I was little. Looking at all this journey retrospectively, though, in my mid-twenties, I realised that there is an axis connecting all these activities: storytelling. Be it comics, or interactive fiction, or movies, or theatre, or perhaps a novel, sometime in the future, I am happy -and grateful towards myself- to see that despite the diversions, I stayed faithful to what I wanted to be when I grow up.

To these first steps depicted above I return in times of inner struggle. All I have to do is remember that I always wanted to be a storyteller when I grow up. These are my roots. Screenplays? Stage plays? Fairy tales? Computer games? Graphic novels? Table RPGs? What difference does it make? Each medium has its virtues. I have discovered the common denominator that makes me happy.

I didn’t discover it through hypnosis or deep meditation. I did it by paying my respects to what I loved as a kid. I simply remembered the answers that I knew when I was little.

Και αυτό, απόσπασμα ενός από τα κόμιξ που έκανα στο γυμνάσιο.

Αυτά ήταν τα δείγματα μιας συγκεκριμένης κλήσης μου (ναι, με ήτα· πάει να πει κάλεσμα), στην παιδική μου ηλικία. Για να πω την αλήθεια, την κλήση αυτή δεν την αναγνώρισα επιτυχώς. Eστιάζοντας αποκλειστικά στο σκίτσο και τα κόμιξ, στο λύκειο δήλωσα ότι ήθελα να γίνω κομίστας.

Επηρεασμένος από τους γονείς μου, οι οποίοι προέβαλλαν το πειστικό ομολογουμένως επιχείρημα “η αρχιτεκτονική θα σε βοηθήσει ως κομίστα,” ξεκίνησα τις σπουδές μου στην αρχιτεκτονική. Παρακολουθούσα τα μαθήματα με αρκετή ευχαρίστηση, ωστόσο πάντα ένιωθα outsider· πάντα ήμουν με το ένα πόδι έξω από εκεί μέσα. Έψαχνα αφορμές για να μην κάνω αρχιτεκτονική. Πήγαινα στη χορωδία, στη θεατρική ομάδα, στον σκοτεινό θάλαμο… Κάποια στιγμή, με αφορμή ένα δυο μαθήματα επιλογής, ήρθα σε επαφή με το σινεμά και άρχισα να γράφω και να γυρίζω ταινίες, με αποκορύφωμα εκείνης της περιόδου το μεγάλου μήκους Dajenech.

Μπορεί μικρός να μην το συνειδητοποιούσα. Κοιτώντας όμως αναδρομικά όλη αυτή την πορεία, στα 25 μου περίπου, συνειδητοποίησα ότι υπάρχει ένας σταθερός άξονας που συνδέει όλες αυτές τις φαινομενικά ασύνδετες ασχολίες: η αφήγηση· το storytelling. Είτε κόμιξ, είτε interactive fiction, είτε ταινίες και θέατρο, ίσως και διηγήματα ή μυθιστορήματα κάποτε στο μέλλον, βλέπω με αγαλλίαση -και με απέραντη ευγνωμοσύνη προς τον εαυτό μου- ότι παρά την όποια παράκαμψη (να τολμήσω να πω ίσως και “χάρη στην παράκαμψη αυτή;”), έμεινα πιστός σε αυτό που από μικρός λάτρευα.

Σε αυτά τα πρώτα μου βήματα επιστρέφω νοερά, σε στιγμές εσωτερικών συγκρούσεων και αμφιβολιών· κάθε φορά που κλονίζεται η πίστη μου στο μονοπάτι μου. Θυμάμαι ότι από πάντα ήθελα να γίνω αφηγητής ιστοριών. Αυτές είναι οι ρίζες μου. Ιστορίες για τη μεγάλη οθόνη; Για το θεατρικό σανίδι; Για παιδικά παραμύθια; Για παιχνίδια στον υπολογιστή; Για κόμιξ; Για επιτραπέζια role playing games; Τι σημασία έχει; Το κάθε μέσο έχει τις χάρες του. Και εγώ έχω βρει τον κοινό παρονομαστή που με κάνει ευτυχισμένο.

Και δεν τον βρήκα με ύπνωση ή βαθύ διαλογισμό. Το έκανα δίνοντας (επιτέλους) σημασία σε αυτά που ως παιδί αγαπούσα. Θυμήθηκα τις απαντήσεις που μικρός ήξερα.

Learning

Μαθαίνοντας

While I was preparing a long article for my newsletter’s current issue, my son, who is almost one year old, during the last few days started toddling without using his hands as support, as he used to for the past two months or so.

This gave me food for thought. I decided to postpone the other article for a later issue, in order to share my thought with you. This is it:

We totally misunderstand time.

Don’t go too far with this; I don’t mean we lack advanced knowledge of astrophysics. I simply mean that our attitude towards time is usually a bit extreme and polarised:

We either think that something should be done immediately or take a long time.

Thus, we are used to being impatient with many things which, according to our opinion, should be done with immediately; for example, going off when the light turns green. On the other hand, we distrust things that come quicker than expected; we are suspicious of very quick service, thinking that good work takes time.

On this vague conception of time lies our difficulty to believe that a toddler makes progress overnight. An adult brain can’t easily cope with the ease of changes (naturally) happening in a child’s life.

What is the matter with us? Has adulthood gradually taken away our belief in evolution and transformation? Having seen more and more failures and periods of stasis, does an adult stop believing in change?

Nevertheless, changes happen all around. I see them on my son growing up. I see it on myself, getting old, too (although an adult deliberately tries to ignore such changes).

If, for some, these thoughts are self-evident, please excuse me. It is probably the emotion, too. My son, toddling, changing, gives me life lessons every day.

It is no little thing, for a stupid and egotistic adult, to learn how to learn, from a little child.

Εκεί που ετοίμαζα ένα εκτενές κείμενο για το τρέχον τεύχος του newsletter, ο σχεδόν ενός έτους γιος μου, μέσα σε λίγες μόνο μέρες, άρχισε να περπατά χωρίς να κρατιέται από τα χέρια μας, όπως συνήθιζε και χρειαζόταν εδώ και δύο μήνες περίπου.

Με αφορμή αυτό το γεγονός, έκανα μια σκέψη. Τή βρήκα μάλιστα τόσο σημαντική, που αποφάσισα να αναβάλω το κείμενο που έγραφα για επόμενο τεύχος και να τή μοιραστώ μαζί σας. Η σκέψη είναι η εξής:

Παρεξηγούμε εντελώς την έννοια του χρόνου.

Μην το πάτε πολύ μακριά αυτό· δεν εννοώ ότι υστερούμε σε προχωρημένες γνώσεις αστροφυσικής. Απλώς εννοώ ότι η προσέγγισή μας προς τον χρονο είναι συνήθως κάπως ακραία και πολωμένη:

Θεωρούμε ότι κάτι είτε πρέπει να γίνεται αμέσως, είτε να παίρνει πάρα πολύ χρόνο.

Ενώ λοιπόν συνηθίζουμε να ανυπομονούμε για ένα σωρό πράγματα που, κατά τη γνώμη μας, θα έπρεπε να εκτελούνται αμέσως, όπως για παράδειγμα την εκκίνηση στο πράσινο φανάρι, δυσπιστούμε απέναντι σε άλλα που μάς παρουσιάζονται πιο γρήγορα από ό,τι περιμένουμε· για παράδειγμα, είμαστε καχύποπτοι απέναντι σε κάποιον που μάς προσφέρει ταχέως τις υπηρεσίες του· λέμε “το καλό πράγμα αργεί.”

Δεν είναι τυχαίο ότι συνυπάρχουν οι αντίθετες παροιμίες: “το γοργόν και χάριν έχει” με “το αργόν και χάριν έχει.” Αδυνατούμε να ξεκαθαρίσουμε, όχι μόνο πότε κάτι είναι γρήγορο ή αργό, αλλά και ποια από τις δύο περιπτώσεις είναι καλύτερη για μας.

Σε αυτή την ασαφή ανθρώπινη θεώρηση βρίσκεται και η δυσκολία μας να πιστέψουμε ότι ένα βρέφος αποκτά δεξιότητες από τη μια μέρα στην άλλη. Στο μυαλό ενός ενήλικα δε χωρούν εύκολα οι αλλαγές που ένα βρέφος πραγματοποιεί (με απόλυτη φυσικότητα).

Τι μας συμβαίνει, άραγε; Μήπως, με την ενηλικίωση, χάνει κανείς σταδιακά την πίστη του στις εξελίξεις και τις μεταμορφώσεις; Μήπως ένας ενήλικας, βλέποντας όλο και περισσότερες αποτυχίες, όλο και περισσότερη στασιμότητα γύρω του, παύει τελικά να πιστεύει στην αλλαγή;

Κι όμως, αλλαγές συμβαίνουν παντού γύρω μας. Εγώ τις βλέπω στον γιο μου που μεγαλώνει. Και σε μένα, που μεγαλώνω (αν και συνήθως τέτοιες αλλαγές ένας ενήλικας κάνει πως δεν τις βλέπει).

Αν για κάποιους από σας οι παραπάνω σκέψεις είναι πράγματα αυτονόητα, ας με συγχωρήσετε. Είναι και η συγκίνηση, βλέπετε. Ο γιος μου, περπατώντας, αλλάζοντας, μου δίνει καθημερινά μαθήματα ζωής.

Δεν είναι και λίγο, για έναν βλάκα και εγωιστή ενήλικα, να μαθαίνει πώς να μαθαίνει, από ένα μικρό παιδί.

A change of strategy

Αλλαγή στρατηγικής

Non-conformist

Another year comes to its end and familiar thoughts come to my mind: “Where do I stand? Am I where I want to be?” More specifically: “Am I in the position of being able to live off my creativity?”

This year’s answer is still “no.”

After these yearly (or more frequent) reality checks, I usually concluded that I had to crack the whip and “work harder.”

“I will work harder” was the horse’s motto, in Orwell’s Animal Farm, and he dropped dead after a few pages. Here I am, carrying the same belief: ten years now, “I am working harder,” but I have still not reached the desired outcome (or rather: income).

(Some pig is messing with me, I suppose.)

Long story short, this year, I have decide to change my strategy. I decide that “working harder” is just a bunch of crap of a solution.

I am not suggesting that, within the last ten years, I haven’t had anything interesting going on, in my professional life. Ten years ago today, having just graduated from the school of architecture, I was in the Greek army, reading Proust’s second volume, and waiting for a reply as an applicant to the UK’s National Film and Television School.

Flash forward to today: I have several short films in my resumé, as well as a screenwriting credit for a feature film, I have designed and taught seminars on screenwriting, illustrating, and making comics, and I have read the whole book of Proust. (Score!)

Nevertheless, year after year, I still don’t get the satisfaction of seeing my professional life rolling according to some decent account balance from my creative activities.

Every year, I feel stuck in the mud and looking for somebody to blame. Greece is to blame. (When I lived in the UK, the UK was to blame!) My past choices are to blame. (Why did I study architecture? Why didn’t I go straight into film? Why did I have to lose time? Stuck in the mud, I can see the carriage carrying my dreams, like gifts from Santa Claus, getting smaller and smaller towards the horizon. I have to get out of the mud! I have to reach the carriage! I HAVE TO MAKE IT IN THIS BUSINESS!

And I am desperately trying to define what “it” is that I have to make, but I keep “it” comfortably vague, depicting “it” as a magical potion of some american dream, red carpets, seven-figure deals and other sirens of the Hollywood mythology.

Then, a few days ago, while walking with my family in the area of Marousi, under the warm winter sun of Athens, it hit me like an epiphany at the dawn of a movie’s third act:

What if this is it?

What if I never catch that bloody carriage?

Is my present so worthless of anything other than to be used as a vehicle in a desperate pursuit of a fairytale future?

Many elements of my life so far have been and are marvellous. Nevertheless, I do not enjoy them fully, because my obsessive criticism on my professional performance numbs my senses.

Thus, as this year is coming to an end, I make a simple decision: instead of whipping myself to run faster and catch the carriage, I sit down, take a few deep breaths, and contemplate on everything that I have accomplished. 

Thus, I allow myself to feel the sweet taste of gratitude, which I have missed for too long. I honour my present, not seeing it as mud, but as solid rock foundations, on which I can actually build the rest of my life, professional and not only.

Finally, I put some trust in my path. I do things in different ways than other people. There has to be a reason for this, although I may not fully know it, yet.

Άλλη μια χρονιά φτάνει στο τέλος της και -γνώριμες πια- σκέψεις επιστρέφουν στο νου μου: “Πού βρίσκομαι; Βρίσκομαι εκεί που θέλω;” Πιο συγκεκριμένα: “Βρίσκομαι σε θέση να μπορώ να ζω από τη δημιουργικότητά μου;”

Η απάντηση και φέτος συνεχίζει να είναι “όχι.”

Αυτό στο οποίο συνήθως κατέληγα, ύστερα από αυτές τις ετήσιες (το αραιότερο) εσωτερικές στιχομυθίες, ήταν πως έπρεπε να σφίξω τα λουριά, να χτυπήσω τα χαλινάρια και “να δουλέψω σκληρότερα.”

“Θα δουλέψω σκληρότερα” έλεγε το άλογο στη Φάρμα των Ζώων του Όργουελ και ψόφησε ύστερα από μερικές σελίδες. Να που κι εγώ κάνω το ίδιο: εδώ και δέκα χρόνια, “δουλεύω σκληρότερα,” αλλά εξακολουθώ να μη βρίσκομαι στην επιθυμητή θέση που περιγράφω παραπάνω.

(Ποιο γουρούνι με εμποδίζει, αναρωτιέμαι;)

Φέτος, λοιπόν, αποφασίζω να αλλάξω στρατηγική. Φέτος αποφαίνομαι ότι το “να προσπαθήσω περισσότερο,” ως λύση, είναι μια μπούρδα και μισή.

Δε λέω ότι, μέσα σε αυτά τα δέκα χρόνια, δεν μού έχουν συμβεί πράγματα στο επαγγελματικό πεδίο. Πριν δέκα χρόνια ακριβώς, είχα μόλις αποφοιτήσει από την αρχιτεκτονική, φυλούσα σκοπιές στην Αλεξανδρούπολη, διάβαζα τον δεύτερο τόμο του Προυστ, και περίμενα απάντηση από την αγγλική National Film and Television School. (Συγκίνηση!)

Flashforward στο σήμερα: έχω στο ενεργητικό μου κάμποσες μικρού μήκους ταινίες, ένα credit σεναρίου μεγάλου μήκους, έχω σχεδιάσει και διδάξει σεμινάρια για σενάριο, σκίτσο, και κόμικ, και έχω διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο του Προυστ.

Ωστόσο, χρόνο με τον χρόνο, δεν έπαιρνα την ικανοποίηση ότι η επαγγελματική ζωή μου κυλάει σύμφωνα με κάποιον αξιοπρεπή ισολογισμό που να απορρέει από τις δημιουργικές μου δραστηριότητες.

Κάθε χρόνο, αισθανόμουν κολλημένος στη λάσπη και όλα μού έφταιγαν. Μού έφταιγε η Ελλάδα του παρόντος μου. (Όταν ήμουν στη Αγγλία, μού έφταιγε η Αγγλία!) Μού έφταιγαν οι επιλογές του παρελθόντος μου. (Γιατί σπούδασα αρχιτεκτονική; Γιατί δεν πήγα κατευθείαν στο σινεμά; Γιατί έχασα χρόνο;) Κολλημένος στη λάσπη, έβλεπα μπροστά μου την άμαξα που κουβαλά τα όνειρά μου, σαν δώρα του Άγιου Βασίλη, να απομακρύνεται στον ορίζοντα. “Πρέπει να ξεκολλήσω από τη λάσπη! Πρέπει να φτάσω την άμαξα! ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΩ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΜΠΙΖΝΑ!”

Και αναζητούσα μάταια μέσα στο μυαλό μου να ορίσω τα “τα” που έπρεπε να καταφέρω, όμως “τα” κρατούσα βολικά ασαφή, απεικονίζοντάς “τα” ως ένα μαγικό κοκταίηλ από αμερικανικό όνειρο, κόκκινα χαλιά, εφταψήφιες αμοιβές, και άλλες σειρήνες της χολλιγουντιανής μυθολογίας.

Και τότε, πριν λίγες μέρες, εκεί που περπατούσα με την οικογένειά μου στο Μαρούσι, κάτω από τον χειμερινό ήλιο, με χτύπησε η σκέψη κατακούτελα, σαν επιφοίτηση πρίν από την τρίτη πράξη ταινίας:

Και αν αυτό είναι όλο;

Και αν δεν προλάβω ποτέ αυτή την κωλάμαξα;

Είναι το παρόν μου τόσο ανάξιο, ώστε να το χρησιμοποιώ μόνο ως όχημα για την καταδίωξη ενός παραμυθένιου μέλλοντος;

Πολλά στοιχεία της ως τώρα ζωής μου είναι αξιοθαύμαστα. Ωστόσο, δεν τα απολαμβάνω ουσιαστικά, διότι η εμμονική μου αυτοκριτική πάνω στις επαγγελματικές μου επιδόσεις μουδιάζει τις αισθήσεις μου.

Καθώς, λοιπόν, αυτή η χρονιά τελειώνει, αποφασίζω κάτι απλό: αντί να αυτομαστιγώνομαι για να τρέχω πιο γρήγορα και να προλάβω την άμαξα, κάθομαι κάτω, παίρνω βαθιές αναπνοές, και συλλογίζομαι όσα έχω ήδη πετύχει.

Μού επιτρέπω έτσι να αισθανθώ μια γλύκα που έχω πολύ καιρό στερηθεί: τη γεύση της ευγνωμοσύνης. Τιμώ το παρόν μου, μη βλέποντάς το ως λάσπη, αλλά ως λίθινο θεμέλιο, πάνω στο οποίο μπορώ να χτίσω το υπόλοιπο της ζωής μου, επαγγελματικής και μη.

Τέλος, δείχνω εμπιστοσύνη στον δρόμο μου. Πράττω με διαφορετικούς τρόπους από ό,τι άλλοι άνθρωποι. Πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος για αυτό, παρόλο που ακόμη δεν τον γνωρίζω απόλυτα.

What exactly are we waiting for?

Τι ακριβώς περιμένουμε;

The internet recently brought towards me a feature length indie film called The Cube. No, I don’t mean the Canadian 1997 film that cost 350,000 dollars, but a more recent US film, shot by Scott McMahon, a film made only for… 500 dollars.

I was touched by the way this movie was made; a sweet and familiar feeling. I realised that, using the same homemade approach, I have been making my short films for years. (Not to mention my feature film Dajenech.)

I have been making films, without waiting for anybody’s money.

The problem was that I have been doing it in shame, with an inferiority complex, since I didn’t have the support of any production company nor did I have prime equipment at my disposal. I felt bad that each of my short films cost at most 100, instead of at least 5,000 euros.

(Hour-long Dajenech cost only about 50 euros!)

I considered my films to be “amateurish” and “not good enough.”

Indeed, production value is an issue. McMahon’s Cube, as a 500-dollar movie, has a homemade production value. The same applies, though, to Lars von Trier’s Idiots (1998), which was nominated for a Palme d’Or.

The financial crisis is a call for reevaluation. Obviously, we will not stop making films. Thus, in order to keep doing so, we will abandon the obsolete production value requirements coming from the fat years. Simply put. And shamelessly.

The Cube certainly inspired me and helped me get over my shame. It came at the appropriate moment, right at the end of a whole inner journey of mine, thanks to which I realised that, instead of feeling shame, I can easily congratulate myself, retrospectively.

I have been making films, without waiting for anybody’s money.

And this is how I will continue, thank you very much.

Ο ηλεκτρονικός άνεμος του ίντερνετ έφερε πρόσφατα κατά το μέρος μου μια μεγάλου μήκους ταινία με τίτλο The Cube. Όχι, δεν εννοώ την καναδική ταινία του 1997 που κόστισε 350.000 δολλάρια, αλλά μια πιο πρόσφατη, αμερικανική ταινία, γυρισμένη από τον Scott McMahon, η οποία γυρίστηκε μόλις με… 500 δολλάρια.

Κάτι με άγγιξε, στον τρόπο που δημιουργήθηκε η ταινία αυτή· κάτι γλυκό και οικείο. Συνειδητοποίησα ότι με παρόμοιες μεθόδους γύριζα τις μικρού μήκους ταινίες μου για χρόνια. (Για να μην αναφέρω τη μεγάλου μήκους Dajenech.)

Κατασκεύαζα ταινίες, χωρίς να περιμένω λεφτά από κανέναν.

Μόνο που το έκανα ντροπιασμένος, νιώθοντας μειονεκτικά που δεν είχα την υποστήριξη μιας εταιρείας παραγωγής και πρώτης κλάσης εξοπλισμό. Ένιωθα μειονεκτικά που η κάθε μικρού μήκους ταινία μου κόστιζε το πολύ 100 ευρώ και όχι 5.000 ευρώ ή παραπάνω.

(Το Dajenech, διάρκειας μίας ώρας, κόστισε περίπου 50 ευρώ!)

Θεωρούσα τις ταινίες μου “ερασιτεχνικές” και “όχι αρκετά καλές.”

Πράγματι, το production value είναι ένα ζήτημα. Το The Cube, ως ταινία των 500 δολλαρίων, έχει φυσικά σπιτικό production value. Το ίδιο όμως έχουν και οι Ηλίθιοι του Lars von Trier, ταινία που ήταν υποψήφια για Χρυσό Φοίνικα.

Η οικονομική κρίση νομίζω ότι μας καλεί όλους σε επαναξιολόγηση. Προφανώς δε θα σταματήσουμε να γυρίζουμε ταινίες. Για να το κάνουμε, θα εγκαταλείψουμε τις απαιτήσεις παραγωγής των ημερών των παχιών αγελάδων. Τόσο απλά. Και χωρίς καμία ντροπή.

Το Cube με ενέπνευσε και με βοήθησε να ξεπεράσω την ντροπή. Ήρθε την κατάλληλη στιγμή, προς το τέλος ενός ολόκληρου εσωτερικού ταξιδιού, χάρη στο οποίο συνειδητοποίησα ότι, αντί να ντρέπομαι, μπορώ άνετα να συγχαρώ τον εαυτό μου, αναδρομικά.

Κατασκεύαζα ταινίες, χωρίς να περιμένω λεφτά από κανέναν.

Και έτσι θα συνεχίζω, ευχαριστώ πολύ.

For more Scott McMahon action, visit his website Film Trooper. Για περισσότερα πάνω στον Scott McMahon, επισκευτείτε την ιστοσελίδα του Film Trooper.

Having fun with filmmaking

Περνώντας καλά γυρίζοντας ταινίες

Extract from one of my notebooks.

“Tarantino taught me this: we make cinema to have a good time, not to serve who knows which constipated rules of aesthetics.”

(I am not saying that Tarantino actually said this; it is the interpretation that I gave to the way he sees filmmaking, without asking his opinion.)

I wrote this on a notebook page and I instantly let go of a stupid and meaningless internal conflict: I was tormented by the fact that the director I am currently working with, while writing the short screenplay “Observer,” asked me to use in the story both instruments of Satan: Voice Over and Flashbacks. Heaven forbid!

So far, I had never touched any of these two abominations, even though I pretty much enjoyed Woody Allen’s VOs and flashbacks, as well as Tarantino’s time travels, along with other things opposing to linear storytelling.

Then, what was the big deal? Why not use (or at least try) some VO myself? And some flashbacks?

I knew the answer: academism. I had some arbitrary belief that VO and flashbacks “should be avoided.” And I should know better than to blindly believe such a dogmatic suggestion, yet I was strongly influenced.

But all it needed was taking this bias out in the open: “Why not?” I asked myself playfully. “Would you rather die before trying out a VO-ed screenplay? Wouldn’t it be a shame not to experience time travel with a flashback?”

(The word “die” always makes you live more intensely. Or paralyses you. The first one is better.)

Then, I admitted all the aforementioned enjoyment derived from the work of Woody Allen and Nolan and Tarantino and all the other cool people. “Hey, I want to do that, too!” said my inner child.

That was it. I took a red pen and made the note above. And I started the second draft of “Observer,” with the chattiest VO and the most shameless flashbacks in my career so far.

“Ο Ταραντίνο με δίδαξε το εξής: κάνουμε σινεμά για να περάσουμε καλά, όχι για να υπηρετήσουμε ποιος ξέρει τι δυσκοίλιους κανόνες αισθητικής.”

(Δε λέω ότι ο Ταραντίνο είπε το παραπάνω· πρόκειται για την ερμηνεία που εγώ έδωσα στο πώς αντιμετωπίζει τη φιλμοκατασκευή, χωρίς να ρωτήσω τη γνώμη του.)

Έγραψα το παραπάνω σε μια σελίδα ενός σημειωματάριου και αμέσως απελευθερώθηκα από μια ανόητη εσωτερική πάλη: βασανιζόμουν από το ότι ο σκηνοθέτης με τον οποίο δουλεύω αυτόν τον καιρό, ενώ γράφω το μικρού μήκους σενάριο “Θεατής,” μού ζήτησε να χρησιμοποιήσω στην ιστορία αμφότερα τα όργανα του Σατανά: το Voice Over και το Φλάσμπακ. Θεός φυλάξοι!

Ως τώρα, δεν είχα ποτέ αγγίξει κανένα από αυτά τα δύο βδελύγματα, παρόλο που απολάμβανα τα VO και τα φλάσμπακ του Γούντυ Άλλεν, καθώς και τα ταξίδια στον χρόνο μεταξύ των σκηνών του Ταραντίνο, μαζί με άλλα κόλπα που αντιτίθενται στη γραμμική αφήγηση.

Τότε, πού ήταν το πρόβλημα; Γιατί να μη χρησιμοποιήσω (ή τουλάχιστον να δοκιμάσω) λίγο VO; Και λίγα φλάσμπακ;

Ήξερα την απάντηση: ακαδημαϊσμός. Είχα κάποια αυθαίρετη πεποίθηση ότι τα VO και τα φλάσμπακ “επρεπε να αποφεύγονται.” Κι εγώ έπρεπε να μην πιστεύω στα τυφλά τέτοιους δογματισμούς, ωστόσο ήμουν βαθειά επηρεασμένος.

Το μόνο που χρειαζόταν, ωστόσο, ήταν να βγάλω αυτή την προκατάληψη στο φως: “Γιατί όχι;” ρώτησα τον εαυτό μου, παιχνιδιάρικα. “Προτιμάς να πεθάνεις χωρίς να έχεις δοκιμάσει ένα σενάριο με VO; Δε θα ήταν κρίμα να μην έχεις βιώσει το ταξίδι στο χρόνο που παρέχει ένα φλάσμπακ;

(Η λέξη “πεθαίνεις” πάντα σε κάνει να ζεις πιο έντονα. Ή σε παραλύει. Καλύτερα το πρώτο.)

Ύστερα, παραδέχτηκα την προαναφερθείσα απόλαυση την πηγάζουσα από τη δουλειά του Γούντυ Άλλεν και του Νόλαν και του Ταραντίνο και όλων των άλλων κουλ τύπων. “Ε, κι εγώ θέλω να το κάνω αυτό!” είπε το παιδί μέσα μου.

Αυτό ήταν. Πήρα ένα κόκκινο στυλό και έγραψα την παραπάνω σημείωση. Και ξεκίνησα το δεύτερο ντραφτ του “Θεατή,” με το πιο φλύαρο VO και τα πιο ξεδιάντροπα φλάσμπακ της ως τώρα καριέρας μου.

My tweet question answered by professional screenwriters

Η ερώτησή μου στο twitter απαντάται από επαγγελματίες σεναριογράφους

The BAFTA Guru channel asked for tweet questions on screenwriting, to be answered by Nick Hornby (An Education, About a Boy, High Fidelity), Beau Willimon (The Ides of March, House of Cards), Andrew Bovell (A Most Wanted Man, Edge of Darkness), Jimmy McGovern (Cracker, Banished), and Nancy Meyers (Something’s Gotta Give, The Intern).

I tweeted my banal question (on writer’s resistance or block), not expecting such a wonderful video answer!

Το κανάλι BAFTA Guru ζήτησε στο twitter ερωτήσεις πάνω στη σεναριογραφία, για να απαντηθούν από τους Nick Hornby (An Education, About a Boy, High Fidelity), Beau Willimon (The Ides of March, House of Cards), Andrew Bovell (A Most Wanted Man, Edge of Darkness), Jimmy McGovern (Cracker, Banished), και τη Nancy Meyers (Something’s Gotta Give, The Intern).

Έστειλα ένα tweet με την κοινότοπη ερώτησή μου (σχετική με τις αντιστάσεις στο γράψιμο -το writer’s block δηλαδή), μην περιμένοντας μια τόσο θεαματική απάντηση!

What I learned from my improvised short film All Clean

Τι έμαθα από τη μικρού μηκους ταινία μου και προϊόν αυτοσχεδιασμού All Clean

A still from my short film All Clean.

When I started working on the project that resulted to the film All Clean, I named it “The Film Improvisation Project” and my sincere goal was to get a story out of the actors’ interaction, with as less intervention as possible from my part as a screenwriter. Eventually, things didn’t happen exactly like this. What did I learn from that project, in regard to improvisation as an approach to filmmaking?

The process went as follows:

At first, for two or three months, I let the actors play, in pairs or threes, videotaping them and giving some direction. In that way, I gathered several scenes, without doing any effort to connect or build on them.

After that, I remember my problem: now what? I had two dozens of scenes, featuring two or more characters each, totally irrelevant to each other. How was I to get a story out of this chaotic collection?

I attempted to give a democratic solution: as the shooting dates approached, I invited the actors to decide which scenes we wanted to keep and how they could connect in a dramatically functioning way.

I remember that not much came out of that discussion. Perhaps I was naive enough to expect a story to emerge by itself, just because we had good intentions as a group. (I also learned a big lesson: if you let actors play in a scene, a PRESENT MOMENT that is, they can work miracles. If you get them out of the action, though, out of the PRESENT MOMENT, and you sit them at the table with pen and paper, and get them to contemplate on the oeuvre’s plot -unless some of them have specific writing or storytelling skills, which are quite different to the acting ones- you can see them lose their glow, fade, shut down, as if they are afraid to disappoint you or as if they don’t care. Writing is not their field.)

So, what did actually happen? I sat myself down and crafted the plot. Alone.

I felt a tad miserable. I was forcing a story that didn’t want to emerge. This was not improvisation. I was betraying my expectations of a genuine film improvisation project.

On one hand, yes, I was inspired by elements that had emerged through improvisation: in one of the scenes, actor Emma Newborn played a girl that clashed with her dad over her homosexuality; in another, Clare Buckingham played the cleaner in a home where Kathy Trevelyan played the mother; in another, Emma Perry and Jordan Page played the sisters; some other scene sparked the office environment, where Debra Baker played the manager announcing personnel redundancies.

On the other hand, though, I had to edit the plot ruthlessly, ignoring democratic procedures and taking decisions of my own, aiming to crafting a story that would actually work.

To a certain degree, I had embraced chaos. To another degree, I had forged (and forced) chaos to fit into the structure of a screenplay. What was different to ordinary screenwriting? The fact that I had actors helping me? Coming up with ideas for me? What was that thing I called improvisation project?

Obviously, I was thinking as a purist: I believed in a process that would produce results by the involvement of people alone. I saw this process fail. I was disappointed by how much I had to intervene.

Later, though, I gave it some more thought. I had:

1. let some actors come up with ideas and develop scenes through impro,
2. taken elements of plot and characters from the impro stage and I had composed a story,
3. let the actors improvise again, within the story frame,
4. transcribed and edited the improvised dialogue and I had written a shooting script, which got shot, with very little improvisation, like most screenplays.

Steps 1 and 3 were pure improvisation. Steps 2 and 4 were not. The reason is simple: steps 2 and 4 required editing. 1 and 3 required playing and interacting. The improvisation worked, but only through specific stages of the process.

I had not betrayed my initial intentions, after all. Moreover, I had received a big lesson, on the different requirements of the creative process’s different stages.

I vividly remember that previous experience of mine, as I am currently approaching a film through improvisation, for the second time in my life. I am not following the above mentioned process, though.

More on this, though, in a future post.

Όταν ξεκίνησα το πρότζεκτ που κατέληξε στην ταινία All Clean, το ονόμασα “The Film Improvisation Project” και ειλικρινής στόχος μου ήταν να βγάλω μια ιστορία από την αλληλεπίδραση των ηθοποιών, με όσο λιγότερη δική μου παρέμβαση ως σεναριογράφου. Τελικά, τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς έτσι. Τι έμαθα από εκείνο το πρότζεκτ σχετικά με τον αυτοσχεδιασμό ως προσέγγιση στον κινηματογράφο;

Η διαδικασία είχε ως εξής:

Αρχικά, άφησα για δυο τρεις μήνες τους ηθοποιούς να παίζουν, σε ζεύγη ή τριάδες, βιντεοσκοπώντας τους αυτοσχεδιασμούς τους και δίνοντας κάποιες σκηνοθετικές οδηγίες. Μάζεψα έτσι κάμποσες σκηνές, χωρίς προσπάθεια να τις συνδέσω ή να χτίσω πάνω σε αυτές.

Στην επόμενη φάση, θυμάμαι καθαρά τον προβληματισμό μου: και τώρα; Είχα δυο ντουζίνες σκηνές με δύο ή περισσότερα άτομα, άσχετες μεταξύ τους. Πώς θα έβγαζα ένα στόρυ από αυτή τη χαώδη συλλογή;

Πήγα να δώσω μια λύση με δημοκρατικές διαδικασίες: καθώς θα πλησίαζαν οι ημερομηνίες που είχαμε αποφασίσει για γυρίσματα, κάλεσα τους ηθοποιούς να αποφασίσουμε ποιες σκηνές θέλαμε να κρατήσουμε στο στόρυ και πώς θα μπορούσαν να συνδεθούν δραματικά.

Θυμάμαι ότι δε βγήκε ιδιαίτερο συμπερασμα από εκείνη τη συζήτηση. Ίσως, αφελώς, έλπιζα ότι μια ιστορία θα ξεπηδούσε μόνη της, μόνο και μόνο επειδή είχαμε καλές προθέσεις. (Έμαθα, μάλιστα, και ένα μεγάλο μάθημα: οι ηθοποιοί, αν τους αφήσεις μέσα σε μια σκηνή, σε ένα ΤΩΡΑ, μπορούν να κάνουν θαύματα. Αν τούς βγάλεις, όμως, από τη δράση, από το ΤΩΡΑ, και τούς καθίσεις στο τραπέζι με χαρτί και μολύβι για να συλλογιστούν την πλοκή ενός έργου -εκτός από κάποιους με συγγραφικές ή αφηγηματικές ικανότητες, αρκετά διαφορετικές από την υποκριτική- τούς βλέπεις να χάνουν τη λάμψη τους, να μαραζώνουν, να κλείνουν, σα να φοβούνται μη σε απογοητεύσουν ή σα να μην ενδιαφέρονται. Η συγγραφή δεν είναι ο τομέας τους.)

Τι έγινε, τελικά; Έβαλα κάτω την πλοκή και την έφτιαξα. Mόνος.

Ένιωθα κάπως μίζερα. Βίαζα μια ιστορία που δεν ήθελε να βγει μόνη της. Αυτό δεν ήταν αυτοσχεδιασμός. Πρόδιδα τις προσδοκίες μου για ένα γνήσιο αυτοσχεδιαστικό φιλμ.

Αφ’ενός, ναι, εμπνεύστηκα από στοιχεία που είχαν ξεπηδήσει από αυτοσχεδιασμούς: σε μία σκηνή η ηθοποιός Έμμα Νιούμπορν έπαιξε μια κοπέλα που συγκρουόταν με τον πατέρα της για την ομοφυλοφιλία της· σε μια άλλη σκηνή, η Κλαιρ Μπάκινγκχαμ έπαιζε την καθαρίστρια μιας οικογένειας, της οποίας η μαμά ήταν η Κάθυ Τρεβελυάν· σε κάποια άλλη, η Έμμα Πέρρυ και η Τζόρνταν Πέιτζ έπαιζαν τις αδερφές· από κάποια άλλη σκηνή προέκυψε το γραφείο με την Ντέμπρα Μπέικερ ως μάνατζερ που ανακοινώνει τις απολύσεις προσωπικού.

Αφ’ετέρου, όμως, χρειάστηκε να επιμεληθώ ανελέητα την πλοκή, ξεχνώντας δημοκρατικές διαδικασίες και λαμβάνοντας δικές μου αποφάσεις, με στόχο να κατασκευάσω μια ιστορία που να δουλεύει.

Κατά ένα μεγάλο βαθμό, λοιπόν, είχα αγκαλιάσει το χάος. Κατά έναν επίσης μεγάλο βαθμό, είχα σφυροκοπήσει το χάος να μπει στα καλούπια ενός δομημένου σεναρίου. Ποια η διαφορά από τη συνήθη σεναριογραφία; Το ότι είχα ηθοποιούς να με βοηθήσουν; Να κατεβάσουν ιδέες για μένα; Τι ακριβώς ήταν αυτό που ονόμαζα αυτοσχεδιαστικό πρότζεκτ;

Προφανώς, σκεφτόμουν ως πουριστής: πίστευα σε μια διαδικασία που θα έβγαζε αποτελέσματα από την ανάμιξη ανθρώπων και μόνο. Είδα αυτή τη διαδικασία να αποτυγχάνει. Απογοητεύτηκα από το πόσο χρειάστηκε να παρέμβω.

Ύστερα, όμως, το σκέφτηκα πιο ψύχραιμα. Είχα:

1. αφήσει κάποιους ηθοποιούς να κατεβάσουν ιδέες και να αναπτύξουν σκηνές, μέσω αυτοσχεδιασμού,
2. πάρει στοιχεία πλοκής και χαρακτήρων από τη διαδικασία αυτοσχεδιασμού και είχα συνθέσει μια ιστορία,
3. αφήσει τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάσουν στα πλαίσια της ιστορίας,
4. γράψει και μοντάρει τους διαλόγους των αυτοσχεδιασμών και είχα καταλήξει σε τελικό σενάριο, το οποίο γυρίστηκε, με λίγους αυτοσχεδιασμούς, όπως τα περισσότερα σενάρια.

Τα βήματα 1 και 3 ήταν καθαρός αυτοσχεδιασμός. Τα 2 και 4 όχι. Ο λόγος είναι απλός: τα βήματα 2 και 4 απαιτούσαν επιμέλεια. Τα 1 και 3 απαιτούσαν παιχνίδι και αλληλεπίδραση ανθρώπων. Ο αυτοσχεδιασμός λειτούργησε, αλλά μόνο σε συγκεκριμένες φάσεις της όλης διαδικασίας.

Δεν είχα προδώσει τις αρχικές μου προθέσεις. Επιπλέον, είχα πάρει και ένα γερό μάθημα για τις διαφορετικές απαιτήσεις των διαφορετικών σταδίων της δημιουργικής διαδικασίας.

Η πλούσια αυτή προηγούμενη εμπειρία είναι πολύ ζωντανή στη μνήμη μου, καθώς δουλεύω τώρα, για δεύτερη φορά, σε μια ταινία που επιθυμώ να προσεγγίσω αυτοσχεδιαστικά. Δεν ακολουθώ, ωστόσο, την προηγούμενη διαδικασία.

Περισσότερα, όμως, για αυτά, σε επόμενο άρθρο.

The five steps of accepting a one-shot film: Sebastian Schipper’s interview on “Victoria”

Τα πέντε στάδια της αποδοχής μιας μονόπλανης ταινίας: η συνέντευξη του Σεμπάστιαν Σίππερ για τη “Victoria”

Screenshot from the film "Victoria."

Whenever I hear about movies filmed in one shot (Russian Ark, Birdman and -almost- Hitchcock’s Rope), my reaction goes through the following stages:

First, aversion: it seems to me that the director wants to pull off a stunt, by adding more difficulty to the already difficult feat called filmmaking, aiming just to show off, like riding a bicycle without using hands.

Second, smiling: I recall the Monty Python sketch that best illustrates my point: the pianist performing Tchaikovsky’s First Concerto, while escaping from a sack, three padlocks, and a pair of handcuffs.

Third, acceptance: of my not so well-hidden envy towards directors who think that big. It is, indeed, an impressive stunt. This is where my envy starts turning into admiration and inspiration.

Four, dialogue with inner child: I love riding a bicycle without using hands. Why not? “Look! No hands!”

Final stage, enjoyment: of Sebastian Schipper’s interview on his film Victoria, which was shot in one shot. The director is two times as courageous, since he shares with us the difficulties and “mistakes” of his creative process.

Όποτε ακούω για ταινίες που έχουν γυριστεί με ένα πλάνο (Η Ρώσικη Κιβωτός, Birdman, και -σχεδόν- η Θηλειά του Χίτσκοκ), η αντίδρασή μου περνά από τα παρακάτω στάδια:

Πρώτον, απέχθεια: μού φαίνεται ότι ο σκηνοθέτης θέλει να επιτύχει ένα ακροβατικό, προσθέτοντας μια επιπλέον δυσκολία στο ήδη απαιτητικό πράγμα που λέγεται γύρισμα, σα να κάνει ποδήλατο χωρίς χέρια.

Δεύτερον, χαμόγελο: θυμάμαι το σκετς των Μόντυ Πάιθον που εικονογραφεί καλύτερα τα παραπάνω: ο πιανίστας που εκτελεί το πρώτο κονσέρτο του Τσαϊκόφσκι, ενώ ταυτόχρονα δραπετεύει από ένα σάκο, τρεις κλειδαριές και ένα ζευγάρι χειροπέδες.

Τρίτον, αποδοχή: του όχι και τόσο καλά κρυμμένου φθόνου προς τους σκηνοθέτες που κάνουν τόσο μεγάλα σχέδια. Είναι πράγματι ένα πολύ εντυπωσιακό ακροβατικό. Σε αυτό το σημείο, ο φθόνος μου ξεκινά να μεταμορφώνεται σε θαυμασμό και έμπνευση.

Τέταρτον, διάλογος με το παιδί μέσα μου: μού αρέσει να κάνω ποδήλατο χωρίς χέρια. Γιατί όχι; “Κοιτάξτε! Χωρίς χέρια!”

Τελευταίο στάδιο, απόλαυση: του διαβάσματος της συνέντευξης του Sebastian Schipper για την ταινία του Victoria, ταινία που έχει γυριστεί όλη σε ένα πλάνο. Ο σκηνοθέτης αποδεικνύεται διπλά θαρραλέος, καθώς δε φοβάται να μοιραστεί μαζί μας τις δυσκολίες και τα “λάθη” του, κατά τη διαδικασία δημιουργίας της ταινίας.

The importance of trials

Η σημασία των δοκιμασιών

Giannis performing the kokyu dosa exercise in aikido.

Last weekend, I attended a two-day aikido seminar, at the Olympic Stadium, given by Donovan Waite sensei (7 dan Shihan).

The seminar was quite demanding; 80% of the attendees were black belts. A week has passed and I am still feeling a significant fatigue.

The fact that, after two and a half years of my practicing aikido, I can complete such a seminar is very important to me. Just like the exams in martial arts, for me, this seminar was a trial; an initiation ritual for my passage to a level higher than the one I was two weekends ago. A level representing not only my abilities as an aikidoka, but also virtues as an individual: patience, maturity, self control, courage, self confidence, etc.

Of course, we very often encounter trials, without them necessarily having ritualistic character. In our professional life, for instance, we are tried every time we deliver a project; every time we complete the draft of a screenplay; every time we lock a movie cut at the editing room; every time we close a deal.

These trials are important because they help us define a structure in our evolution. Having the supervision of such a structure, we can estimate how fast we evolve in our art, it being a martial, a visual, or a narrative one.

These thoughts I am having and the fatigue leaves me with an aftertaste of satisfaction.

Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο παρακολούθησα ένα διήμερο σεμινάριο αϊκίντο στο Ολυμπιακό Στάδιο, από τον δάσκαλο Donovan Waite (7 dan Shihan).

Το σεμινάριο ήταν αρκετά απαιτητικό· το 80% των συμμετεχόντων είχαν μαύρη ζώνη. Μία εβδομάδα μετά, αισθάνομαι ακόμη βαριά σωματική κόπωση.

Το ότι, ύστερα από δυόμισι χρόνια που κάνω αϊκίντο, καταφέρνω να παρακολουθήσω τέτοιο σεμινάριο έχει για μένα μεγάλη σημασία. Όπως και οι εξετάσεις στις πολεμικές τέχνες, το σεμινάριο αυτό ήταν για μένα μια δοκιμασία· μια τελετή μύησης για το πέρασμά μου σε ένα επίπεδο ανώτερο από αυτό που βρισκόμουν πριν από δύο Σαββατοκύριακα. Επίπεδο που εκπροσωπεί, πέρα από τις ικανότητές μου ως αϊκιντόκα, διάφορες αρετές μου ως ατόμου: υπομονή, ωριμότητα, ψυχραιμία, θάρρος, αυτοπεποίθηση, κ.α.

Φυσικά, δοκιμασίες συναντάμε πολύ συχνά, χωρίς να είναι απαραίτητα τελετουργικές. Στην επαγγελματική μας ζωή, για παράδειγμα, περνάμε δοκιμασία κάθε φορά που παραδίδουμε ένα πρότζεκτ· κάθε φορά που ολοκληρώνουμε ένα ντραφτ σεναρίου· κάθε φορά που κλειδώνουμε το μοντάζ μιας ταινίας· κάθε φορά που υπογράφουμε μια συμφωνία.

Οι δοκιμασίες αυτές είναι σημαντικές διότι μας βοηθούν να ορίσουμε μια δομή στην εξέλιξή μας. Έχοντας την εποπτεία μιας τέτοιας δομής, μπορούμε να εκτιμούμε πόσο γρήγορα εξελισσόμαστε στην τέχνη μας, είτε πρόκειται για πολεμική, είτε για εικαστική, είτε για αφηγηματική.

Τέτοιες σκέψεις κάνω και η κόπωση με αφήνει τελικά με μια επίγευση ικανοποίησης.