Cosy and distraction-free writing: review of Write!

Γράψιμο χωρίς περισπασμούς: κριτική για την εφαρμογή Write!

This week, I had a pleasant surprise: the developpers of a new writing app called Write! contacted me and asked me to try the app out and mention it on my website. My site doesn’t regularly host reviews, even less of apps, but, being a writing geek, one of the things I love is to try out new apps that aim to ease the writing process and productivity in general. Thus, I did not hesitate at all. In a few hours, I had already downloaded Write! and started exploring it with merry curiosity.

So, what makes this app different to other writing software?

Concept

From my point of view, the app’s goal is to give the writer a distraction-free experience, as well as a powerful tool for organising her notes and documents. Let us see how this is achieved:

Environment

Write! offers a uniquely minimalistic user experience. Using the least of information, it gives the option of using Tabs (one for each open document), Folders (for grouping documents), and Sessions (a way of opening an ensemble of prechosen documents from various folders). By choosing the Full Screen mode, the environment becomes even more spartan, with only the text window visible, while the tabs discreetly slide off-screen. With two tiny (I mean tiny) round buttons, the user controls the appearance and disappearance of the two elegant sidebars, resulting if needed to a screen that shows the document’s text only. If this is not distraction-free, I don’t know what is.

Αυτή την εβδομάδα είχα μια ευχάριστη έκπληξη: οι developpers ενός νέου κειμενογράφου ονόματι Write! μού έγραψαν ζητώντας να δοκιμάσω την εφαρμογή και να κάνω μια αναφορά στο site μου. Το site μου δεν φιλοξενεί τακτικές κριτικές, πόσο μάλλον για applications, όμως, ως writing geek, ένα από τα πράγματα που λατρεύω είναι να δοκιμάζω εφαρμογές που διευκολύνουν το γράψιμο και την παραγωγικότητα. Δεν έχασα λοιπόν την ευκαιρία. Μέσα σε λίγες ώρες, είχα κατεβάσει το Write! και είχα ξεκινήσει να το επεξεργάζομαι με ευχάριστη περιέργεια.

Τι κάνει λοιπόν αυτή την εφαρμογή να διαφέρει από άλλες συγγραφικές εφαρμογές;

Κεντρική Ιδέα

Κατά τη γνώμη μου, στόχος του Write! είναι να προσφέρει στον συγγραφέα ένα περιβάλλον χωρίς περισπασμούς (distraction-free), καθώς και ένα δυνατό εργαλείο για την οργάνωση των σημειώσεων και κειμένων. Για να δούμε πώς αυτό επιτυγχάνεται:

Περιβάλλον

Το Write! έχει ένα άπαιχτο μινιμαλιστικό περιβάλλον. Με ελάχιστη πληροφορία, δίνει τη δυνατότητα χρήσης Tabs (ένα για το κάθε κείμενο), Folders (για ομαδοποίηση κειμένων), και Sessions (άλλος τρόπος ομαδοποίησης, που ανοίγει ταυτόχρονα κείμενα από διάφορα folders). Με επιλογή Full Screen mode, το περιβάλλον γίνεται ακόμη πιο λιτό, αφήνοντας μόνο το παράθυρο του ίδιου του κειμένου, ενώ τα tabs γλιστρούν διακριτικά εκτός οθόνης. Με δύο πολύ μικρά (πολύ μικρά) στρογγυλά κουμπάκια, ο χρήστης ελέγχει την εμφάνιση ή την εξαφάνιση των δύο κομψών sidebars, καταλήγοντας αν επιθυμεί σε μια οθόνη που δεν δείχνει τίποτα εκτός από το κείμενο. Αυτός είναι πράγματι ο ορισμός του distraction-free.

Sidebar small
Full Screen small

Why not add to the positive elements of the user experience the Dark Theme, a soothing grey much more relaxing to the eyes than the classic white – I was instantly hooked – as well as the option to Enable Typing Sounds, that accompanies the typing with nostalgic typewriter sounds, either mechanical or electric. The latter is obviously more playful than useful feature, but I have to admit that since I discovered it I keep it on constatly. (Even at this moment, writing this post next to my sleeping son, I have put on my earphones so that I don’t miss the tac tac sounds!)

Cloud

The app allows saving documents on the hard drive, as well as on Write’s own cloud. For local management, the files are saved as various formats, with the principal one being that of the app itself (.wtt), while one has more options with Export. For the time being, I have been saving exclusively on the app’s cloud, without any problems.

Ας προσθέσουμε στα θετικά της εμπειρίας του χρήστη και το Dark Theme, ένα απαλό γκρι πολύ πιο ξεκούραστο για τα μάτια από το κλασικό λευκό – εμένα με κέρδισε αμέσως – καθώς και το Enable Typing Sounds, που συνοδεύει την πληκτρολόγηση με ένα νοσταλγικό ήχο γραφομηχανής, είτε μηχανικής είτε ηλεκτρικής. Το τελευταίο είναι φυσικά feature περισσότερο παιχνιδιάρικο παρά χρήσιμο, αλλά από τη στιγμή που το ανακάλυψα το έχω μόνιμα αναμμένο. (Ως και αυτή τη στιγμή, που γράφω το παρόν post δίπλα στον κοιμισμένο γιο μου, έχω φορέσει ακουστικά για να μην στερούμαι το τσάκα τσάκα!)

Cloud

Η εφαρμογή επιτρέπει το σώσιμο των αρχείων στον σκληρό δίσκο ή σε δικό της cloud. Για τοπική αποθήκευση, τα αρχεία σώζονται σε διάφορα formats, με βασικό το φορμάτ της ίδιας της εφαρμογής (.wtt), ενώ περισσότερες επιλογές έχει κανείς αν κάνει Export. Όσο καιρό το χρησιμοποιώ, σώζω αποκλειστικά στο cloud της εφαρμογής χωρίς προβλήματα.

Save As small

Spell-Checker

Write! comes with an embedded spell check tool for several languages, including Greek – which obviously interests me particularly.

Usability

Since I downloaded it, I keep Write! open constantly on some window of my laptop. Until now, I have started using it for various documents, some for composing emails, quick notes, gags, thoughts, as well as the synopsis of a feature film. During the few days of its intensive use, I did not attempt to start a more grandiose project than the above (eg. a… novel?). Nevertheless, my impression is that the app’s power lies on writing and organising notes, as well as writing first drafts of medium-sized projects.

The reason for this impression comes from the fact that Write! is a linear writing tool. Yes, it organises its files in an excellent way, but the file is still the smallest unit used by the app. Thus, if a file augments in word count, it makes it very easy for the writer to get lost in the text, as much as in a Word document.

For larger projects, I still consider a non-linear writing app as an essential (like Scrivener, which gives the ability to break down the text in as little and as many bits as desired – I often feel like breaking a scene down into beats – and it saves each project as a bundle with all the accompanying elements packed within, be they text or images). Of course, this strays the conversation towards a very different kind of app – and obviously not a distraction-free one, since Scrivener’s menus admittedly require a strong stomach.

On the contrary, Write’s developpers aim to offer a combination of abilities and a cosy and simple environment, creating an app that inspires more dionysian writing storms than meticulous editing. And they achieve it a hundred per cent.

Ορθογραφία

Το Write! έρχεται ενσωματωμένο με ορθογραφικό έλεγχο για αρκετές γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων και της ελληνικής. (Μόλις τώρα συνειδητοποίησα ότι η λέξη μεγαλεπήβολος δεν γράφεται με ιώτα!)

Χρηστικότητα

Από τη στιγμή που το κατέβασα, έχω το Write συνεχώς ανοιχτό σε κάποιο παράθυρο του λάπτοπ μου. Ως τώρα, έχω ανοίξει σε αυτό διάφορα κείμενα, εκ των οποίων κάποια είναι για γράψιμο email, γρήγορων σημειώσεων, gags, σκέψεων, καθώς και για τη σύνοψη μιας ταινίας. Μέσα στις λίγες μέρες εντατικής χρήσης, δεν δοκίμασα να ξεκινήσω κάποιο πρότζεκτ πιο μεγαλεπήβολο από τα παραπάνω. Έχω ωστόσο την εντύπωση ότι η δύναμη της εφαρμογής βρίσκεται κυρίως στο γράψιμο και την οργάνωση σημειώσεων, καθώς και στη συγγραφή πρώτων drafts κειμένων περιορισμένου μεγέθους.

Ο λόγος αυτής μου της εντύπωσης είναι ότι το Write! δεν παύει να είναι ένας γραμμικός επεξεργαστής κειμένου. Ναι, οργανώνει άψογα τα διάφορα αρχεία του, αλλά το αρχείο είναι η ελάχιστη μονάδα που αναγνωρίζει. Αν ένα αρχείο αυξηθεί πολύ σε μέγεθος, είναι τόσο εύκολο να χαθείς στο κείμενο, όσο σε ένα αρχείο του Word.

Για μεγάλα projects, συνεχίζω να θεωρώ απαραίτητο έναν μη-γραμμικό επεξεργαστή κειμένων (συγκεκριμένα το Scrivener, που δίνει τη δυνατότητα κατακερματισμού του κάθε κειμένου σε μικρά κομμάτια, και σώζει το κάθε πρότζεκτ ως πακέτο με όλα τα στοιχεία που το συνοδεύουν, κείμενα, εικόνες, κλπ.). Εκεί πηγαίνουμε πλέον σε άλλο είδος εφαρμογής, βέβαια, και σίγουρα όχι distraction-free, καθώς τα μενού του Scrivener είναι για γερά στομάχια.

Αντίθετα, με το Write!, νομίζω ότι οι developpers επιθυμούν να προσφέρουν έναν συνδυασμό δυνατοτήτων και λιτού περιβάλλοντος, φτιάχνοντας μια εφαρμογή που στόχο έχει να εμπνέει το καταιγιστικό, διονυσιακό γράψιμο περισσότερο από την ενδελεχή επιμέλεια. Και το πετυχαίνουν απόλυτα.

Theory vs. spontaneity: the approach of a Zen master

Θεωρία εναντίον αυθορμητισμού: η προσέγγιση ενός δασκάλου Ζεν

Every time I teach screenplay, there will be someone who, struggling to digest big chunks of theory, will gasp in horror:

“Now that I am learning the theory, I will never enjoy a movie again! I will go to the cinema and I will be thinking plot points, character flaws, transformation arcs, plants and pay-offs, etc…”

Always ready -and shameless- I usually reply with:

“The knowledge of the human body’s functions doesn’t have to take away the enjoyment of sexual intercourse.”

Takuan Soho, in his book The Unfettered Mind – Writings of the Zen Master to the Sword Master*, gives his own answer to the eternal conflict between theory and spontaneity, unaware of my sexual metaphor:

As the beginner knows nothing about either his body posture or the positioning of his sword, neither does his mind stop anywhere within him. If a man strikes at him with the sword, he simply meets the attack without anything in mind.

As he studies various things and is taught the diverse ways of how to take a stance, the manner of grasping his sword and where to put his mind, his mind stops in many places. Now if he wants to strike at an opponent, he is extraordinarily discomforted.

Later, as days pass and time piles up, in accordance with his practice, neither the postures of his body nor the ways of grasping the sword are weighed in his mind. His mind simply becomes as it was in the beginning when he knew nothing and had yet to be taught anything at all.

In other words, learning goes through three stages.

At the first stage, there is the absolute beginner: innocent, untouched by theory. On the one hand, she doesn’t think, when attacked with a sword or when watching movies. On the other hand, she doesn’t know how to fight, nor how to write screenplays.

At the second stage, there is the sophomore: she has studied the theory, but it occupies her mind too much, to the point where she cannot think anything other than doing it right. In theory, she can write screenplays or fight with a sword. In reality, though, she freezes, unable to manage theory itself.

At the third stage, stands the master: theory has transcended her conscious mind, soaking the body; the subconscious. The master acts without the intervention of thought. Her mind, thoughtless, resembles that of the beginner. Nevertheless, any similarity ends there.

Thus, have patience, my dear colleagues. When the third act of your training comes, theory will resign from the spotlight to the backstage. Then and only then, you will be able to enjoy movies again, like a virgin.

If again you are not satisfied by the Zen Master’s answer, I am sure that my own sexual approach will cover you.

Κάθε φορά που διδάσκω σενάριο, θα υπάρχει πάντα κάποιος που, πασχίζοντας να χωνέψει τεράστιες ποσότητες θεωρίας, θα αναφωνήσει πανικόβλητος:

«Τώρα που μαθαίνω τη θεωρία, ποτέ δε θα ξαναπολαύσω ταινία! Θα βλέπω κινηματογράφο και θα σκέφτομαι plot points, character flaws, transformation arcs, plant and pay off κλπ…»

Πάντοτε ετοιμόλογος -και ξεδιάντροπος- αυτό που συνήθως απαντώ είναι:

«Η γνώση των λειτουργιών του ανθρώπινου σώματος δε χρειάζεται να καταργεί την απόλαυση της ερωτικής πράξης.»

Ο Τάκουαν Σόχο, στο βιβλίο του Ο Αδέσμευτος Νους – Γραπτά του Δασκάλου του Ζεν προς τον Δάσκαλο του Ξίφους*, δίνει τη δική του απάντηση σε αυτή τη σύγκρουση θεωρίας και αυθορμητισμού, αγνοώντας τη δική μου σεξουαλική μεταφορά:

Ένας αρχάριος, που αγνοεί ολότελα ό,τι αφορά στη σωστή στάση του σώματός του ή τη θέση του ξίφους του, θα δεχόταν μια επίθεση χωρίς να σκεφτεί τίποτα, καθώς ο νους του, που βρίσκεται μέσα στην άγνοια, δε στέκεται κάπου συγκεκριμένα.

Όσο περισσότερο εμβαθύνει στις διάφορες στάσεις, στον τρόπο λαβής του ξίφους του και γενικά σε ό,τι πρέπει να έχει κατά νου, τόσο περισσότερο δεσμεύεται νοητικά. Σε αυτό το στάδιο θα αισθανθεί εξαιρετικά άβολα, αν χρειαστεί να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο.

Όσο περνά ο καιρός, ως προς την τεχνική του, αφομοιώνει όλο και καλύτερα τη γνώση των θέσεων του σώματος ή των τρόπων λαβής του ξίφους. Ο νους του τότε γίνεται απλά όπως ήταν στην αρχή, όταν δεν είχε διδαχτεί και δε γνώριζε τίποτε ακόμη.

Με λίγα λόγια, η μάθηση περνά από τρία στάδια.

Στο πρώτο στάδιο βρίσκεται ο εντελώς αρχάριος: αθώος, ανέγγιχτος από τη θεωρία. Από τη μία, δεν σκέφτεται, όταν τού επιτίθενται με σπαθί ή όταν βλέπει ταινίες. Από την άλλη, δεν ξέρει να ξιφομαχεί, ούτε να γράφει σενάρια.

Στο δεύτερο στάδιο βρίσκεται ο ημιμαθής: έχει μελετήσει τη θεωρία, αλλά αυτή απασχολεί πολύ το μυαλό του, σε σημείο που δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτε άλλο από το αν κάνει τα πράγματα σωστά. Θεωρητικά, ξέρει να γράφει σενάρια ή να ξιφομαχεί. Στην πράξη, όμως, πετρώνει από αδυναμία διαχείρισης της θεωρίας.

Στο τρίτο στάδιο βρίσκεται ο δεξιοτέχνης: η θεωρία τον έχει εμποτίσει, περνώντας από τον νου του στο σώμα· από το συνειδητό, στο υποσυνείδητο. Ο δεξιοτέχνης δρα χωρίς παρεμβολή σκέψης. Ο νους του, καθώς δεν σκέφτεται, μοιάζει αρκετά με αυτόν του αρχαρίου, ωστόσο η ομοιότητα σταματά εκεί.

Υπομονή, λοιπόν, αγαπητοί συμμαθητές. Όταν ξεκινήσει η τρίτη πράξη της εξάσκησής σας, η θεωρία θα αποτραβηχτεί από τους προβολείς στα παρασκήνια. Τότε και μόνο τότε, θα μπορείτε και πάλι να απολαμβάνετε τις ταινίες, like a virgin.

Αν πάλι δεν ικανοποιείστε από την απάντηση του Δασκάλου του Ζεν, ελπίζω ότι η δική μου σεξουαλική προσέγγιση θα σας καλύψει.

* Translated by William Scott Wilson * Το βιβλίο έχει εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ιάμβλιχος, με τίτλο Ζεν και η Τέχνη του Ξίφους.

The making of Poe’s Raven

Πώς γράφτηκε το Κοράκι του Πόε

London Raven

By chance, I picked up a Raven from our bookcase, of a publication that I had never opened before, and I was happily surprised to see a short essay by Poe, “The Philosophy of Composition,” in which the ingenious writer describes the creative process he went through in order to compose his most famous poem.

I was happy to find Poe’s positions on the creative process similar to the ones I have figured out by myself. Specifically, he objects to the romantic image of a (cursed) poet composing within a feverish delirium, supporting the one of the writer drafting and persistently rewriting, until the desired outcome is achieved.

Most writers -poets in especial- prefer having it understood that they compose by a species of fine frenzy -an ecstatic intuition- and would positively shudder at letting the public take a peep behind the scenes […], at the wheels and pinions […].”

Moreover, he reveals that he first came up with the poem’s end.

I first established in mind the climax, or concluding query -that to which Nevermore should be in the last place an answer- that in reply to which this word Nevermore should involve the utmost conceivable amount of sorrow and despair.

Here then the poem may be said to have its beginning -at the end, where all works of art should begin…”

He reveals that the first verse he wrote was actually one of the poem’s last ones:

I composed this stanza, at this point, first that, by establishing the climax, I might the better vary and graduate, as regards seriousness and importance, the preceding queries of the lover […] Had I been able, in the subsequent composition, to construct more vigorous stanzas, I should, without scruple, have purposely enfeebled them, so as not to interfere with the climacteric effect.

Since “making ofs” are super rare, I highly recommend the essay.

Παίρνοντας τυχαία ένα Κοράκι από τη βιβλιοθήκη μας, συγκεκριμένα των εκδόσεων Ερατώ -ένα βιβλίο που δεν είχα ανοίξει ξανά-, και ξεφυλλίζοντάς το, είδα με έκπληξη ότι περιέχει ένα μικρό δοκίμιο του Πόε με τίτλο “Η Φιλοσοφία της Σύνθεσης,” στο οποίο ο ιδιοφυής συγγραφέας περιγράφει τη διαδικασία που πέρασε για να σχεδιάσει το γνωστότερο από τα ποιήματά του.

Με αγαλλίαση είδα ότι ο Πόε υποστηρίζει θέσεις παρόμοιες με αυτές στις οποίες έχω καταλήξει κι εγώ γύρω από τη δημιουργική διαδικασία. Συγκεκριμένα, αντιτίθεται στη ρομαντική εικόνα του (καταραμένου) ποιητή, ο οποίος συνθέτει μέσα σε πυρετώδες ντελίριο, υποστηρίζοντας εκείνη του λογοτέχνη που προσχεδιάζει και λαξεύει με επιμονή τον λόγο του, μέχρι να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Πολλοί συγγραφείς ―ιδίως ποιητές― προτιμούν να δίνουν την εντύπωση πως συνθέτουν σε κάποια κατάσταση εκλεπτυσμένης παραφοράς ―μιας ενορατικής έκστασης― και θα ξεβολεύονταν ίσως αν επέτρεπαν στο κοινό να ρίξει μερικές κλεφτές ματιές στα παρασκήνια […], τους τροχούς και τα γρανάζια […].

Επίσης, αποκαλύπτει πώς επινόησε πρώτα το τέλος του ποιήματος:

Kατέστρωσα πρώτα στον νου μου το τελικό ή καταληκτικό ερώτημα, το ερώτημα στο οποίο το Nevermore θα έπρεπε εν κατακλείδι να απαντά, το ερώτημα που παίρνοντας για απάντηση τη λέξη Nevermore θα μπορούσε να προκαλέσει τη μεγαλύτερη συσσώρευση θλίψης και απελπισίας στον ανθρώπινο νου.

Εδώ, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως άρχισε το ποίημα: στο τέλος ―απ’όπου θα έπρεπε να αρχίζουν όλα τα έργα τέχνης…

Αποκαλύπτει πως η πρώτη στροφή που έγραψε ήταν μία από τις τελευταίες:

Συνέθεσα την παραπάνω στροφή, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, πρώτον διότι, καταρτίζοντας την κορύφωση θα μπορούσα να διαφοροποιήσω και να διαβαθμίσω πολύ καλύτερα τη σοβαρότητα και το ενδιαφέρον των προηγουμένων ερωτημάτων του εραστή […] Αν τώρα τύχαινε, στη διάρκεια της σύνθεσης, να δημιουργήσω κάποια πολύ ζωηρή στροφή, δε θα δίσταζα να μειώσω την έντασή της, ώστε να μην έλθει σε σύγκρουση με την ένταση του κορυφαίου παθήματος.

Κείμενα τύπου “making of” είναι σπανιότατα. Συστήνω ανεπιφύλακτα το δοκίμιο.

Roots

Ρίζες

Cables to Branches

When one loses one’s way, it helps remembering what the destination always was. I am referring to our tender ages, which do not tolerate evasions and excuses. My question is ruthless: when you were little, what did you want to be when you grow up?

As children, what you were doing when you were stealing time from your obligations is very probably trying to tell you who you really are. A very important inner equilibrium is restored when one finds a way to act according to the desire of one’s heart. And the way is not unique.

Όταν κάποιος χάνει τον δρόμο του, βοηθά να θυμάται πού ήθελε πάντα να πάει. Μιλάω για τις τρυφερές ηλικίες, οι οποίες δε σηκώνουν υπεκφυγές και δικαιολογίες. Η ερώτησή μου είναι αμείλικτη: όταν ήσαστε μικροί, τι θέλατε να γίνετε όταν μεγαλώσετε;

Αυτό που κάνατε ως παιδιά, όταν κλέβατε χρόνο από τα διάφορα πρέπει σας, είναι πολύ πιθανόν να προσπαθεί να σας πει ποιοι είστε πραγματικά. Αποκαθίσταται σημαντική εσωτερική ισορροπία όταν κάποιος βρει τρόπο να κάνει αυτό που η καρδιά του επιθυμεί. Και δεν είναι μοναδικός ο τρόπος. Πόσο μάλλον ο δρόμος που καταλήγει σε αυτόν.

The above is an extract from the first screenplay I ever wrote. It was once upon a time in primary school, deeply influenced by the movie Thou-Vou Bald Agent, a slapstick comedy with Thanasis Veggos. Το παραπάνω είναι απόσπασμα από το πρώτο σενάριο ταινίας που έγραψα ποτέ. Θα ήταν κάπου στο δημοτικό, βαθύτατα επηρεασμένος από την ταινία Θου – Βου Φαλακρός Πράκτωρ. Επιχείρησις: Γης Μαδιάμ, με τον Θανάση Βέγγο.

This second piece is an extract from one of the adventure game scripts I wrote, also while in primary school. Αυτό, δε, είναι απόσπασμα ενός από τα σενάρια που έγραφα μικρός για adventure games στον υπολογιστή.

Last but not least, an extract from one of the comic strips I used to draw while in early high school.

These where samples of a specific calling. To be honest, I didn’t fully comprehend the calling, back then. Focusing on my comics drawing skills, I stated that I wanted to become a comics artist.

Influenced by my parents, who put forth the convincing argument that “architecture would help my comics skills,” I started my studies in the school of architecture. I followed the curriculum with enough pleasure, but I always felt like an outsider; my foot was always in the door -on the way out. I was looking for excuses to do things other than actual architecture: I would join the choir, the theatre team, the dark room… Until, at some point, through a couple of optional courses, I came across cinema and started writing and shooting films, a period highlighted by the feature zombie comedy Dajenech.

Perhaps I didn’t realise it when I was little. Looking at all this journey retrospectively, though, in my mid-twenties, I realised that there is an axis connecting all these activities: storytelling. Be it comics, or interactive fiction, or movies, or theatre, or perhaps a novel, sometime in the future, I am happy -and grateful towards myself- to see that despite the diversions, I stayed faithful to what I wanted to be when I grow up.

To these first steps depicted above I return in times of inner struggle. All I have to do is remember that I always wanted to be a storyteller when I grow up. These are my roots. Screenplays? Stage plays? Fairy tales? Computer games? Graphic novels? Table RPGs? What difference does it make? Each medium has its virtues. I have discovered the common denominator that makes me happy.

I didn’t discover it through hypnosis or deep meditation. I did it by paying my respects to what I loved as a kid. I simply remembered the answers that I knew when I was little.

Και αυτό, απόσπασμα ενός από τα κόμιξ που έκανα στο γυμνάσιο.

Αυτά ήταν τα δείγματα μιας συγκεκριμένης κλήσης μου (ναι, με ήτα· πάει να πει κάλεσμα), στην παιδική μου ηλικία. Για να πω την αλήθεια, την κλήση αυτή δεν την αναγνώρισα επιτυχώς. Eστιάζοντας αποκλειστικά στο σκίτσο και τα κόμιξ, στο λύκειο δήλωσα ότι ήθελα να γίνω κομίστας.

Επηρεασμένος από τους γονείς μου, οι οποίοι προέβαλλαν το πειστικό ομολογουμένως επιχείρημα “η αρχιτεκτονική θα σε βοηθήσει ως κομίστα,” ξεκίνησα τις σπουδές μου στην αρχιτεκτονική. Παρακολουθούσα τα μαθήματα με αρκετή ευχαρίστηση, ωστόσο πάντα ένιωθα outsider· πάντα ήμουν με το ένα πόδι έξω από εκεί μέσα. Έψαχνα αφορμές για να μην κάνω αρχιτεκτονική. Πήγαινα στη χορωδία, στη θεατρική ομάδα, στον σκοτεινό θάλαμο… Κάποια στιγμή, με αφορμή ένα δυο μαθήματα επιλογής, ήρθα σε επαφή με το σινεμά και άρχισα να γράφω και να γυρίζω ταινίες, με αποκορύφωμα εκείνης της περιόδου το μεγάλου μήκους Dajenech.

Μπορεί μικρός να μην το συνειδητοποιούσα. Κοιτώντας όμως αναδρομικά όλη αυτή την πορεία, στα 25 μου περίπου, συνειδητοποίησα ότι υπάρχει ένας σταθερός άξονας που συνδέει όλες αυτές τις φαινομενικά ασύνδετες ασχολίες: η αφήγηση· το storytelling. Είτε κόμιξ, είτε interactive fiction, είτε ταινίες και θέατρο, ίσως και διηγήματα ή μυθιστορήματα κάποτε στο μέλλον, βλέπω με αγαλλίαση -και με απέραντη ευγνωμοσύνη προς τον εαυτό μου- ότι παρά την όποια παράκαμψη (να τολμήσω να πω ίσως και “χάρη στην παράκαμψη αυτή;”), έμεινα πιστός σε αυτό που από μικρός λάτρευα.

Σε αυτά τα πρώτα μου βήματα επιστρέφω νοερά, σε στιγμές εσωτερικών συγκρούσεων και αμφιβολιών· κάθε φορά που κλονίζεται η πίστη μου στο μονοπάτι μου. Θυμάμαι ότι από πάντα ήθελα να γίνω αφηγητής ιστοριών. Αυτές είναι οι ρίζες μου. Ιστορίες για τη μεγάλη οθόνη; Για το θεατρικό σανίδι; Για παιδικά παραμύθια; Για παιχνίδια στον υπολογιστή; Για κόμιξ; Για επιτραπέζια role playing games; Τι σημασία έχει; Το κάθε μέσο έχει τις χάρες του. Και εγώ έχω βρει τον κοινό παρονομαστή που με κάνει ευτυχισμένο.

Και δεν τον βρήκα με ύπνωση ή βαθύ διαλογισμό. Το έκανα δίνοντας (επιτέλους) σημασία σε αυτά που ως παιδί αγαπούσα. Θυμήθηκα τις απαντήσεις που μικρός ήξερα.

Elements of style

Στοιχεία ύφους

Legggs

A while ago, during my conversation with an actor, we referred to the subject of a director’s style. “Isn’t this what directors must do?” he asked in a rhetorical tone. “Find their own style?”

I answered gently, without externalising my impulsive reaction:

Hell, no! Find their own style is not what directors must do!

Of course, I do believe that every mature artist has a style of their own. Nevertheless, I don’t consider part of an artist’s job description pursuing this style. I don’t consider style to be the end, but a mere side effect; an indication; a symptom of who the human behind the artist is. As a consequence, sweating over inventing a style is reversing the natural process of things.

I believe that style develops organically and certainly not exclusively through conscious thought. The person itself is the source, not some acrobatic process of the intellect. If an artist has an obligation, it is to allow the style to emerge and not to force it upon the work. This is one’s obligation towards the audience and oneself.

In film directing, a style is defined by factors like framing, camera moves, rhythm of action, rhythm of edit, acting tone, colour palette, and others.

Any references to the styles of known directors lead to symptomatic approaches. Can there really be another kind of approach, if one takes style as a starting point, which derives from factors as complex as idiosyncrasy or personal experiences?

Of course, one can explain some elements of style, based upon e.g. a director’s film education or cultural origin. All the same, absolutely matching curriculum vitae and style is a crude -and probably doomed- endeavour. One’s style is as particular an element as one’s personality itself. Furthermore, consciously forcing a style upon the artwork is equivalent to adopting an imaginary persona in order to deal with the challenges of everyday life.

Your style

This article’s intention is -if not to help you find a style of your own- to encourage you, at least, to get rid of the anxiety associated with its pursuit. The question is: will you let your natural style emerge or will you be too busy forcing a forged one upon your work?

Having made my position on the subject explicitly clear, I give some questions that are to help you, if you are puzzled with the issue of your style’s genuineness:

  • Do you feel it comes naturally and impulsively or in a forced way?
  • Do you feel comfortable with it? Do you like it? Do you have a good time working in it or do you feel oppressed?
  • Do you think that a particular style must be yours? Do you force a rigid style upon your work, while secretly envying other people’s more laid-back styles?

Keep the elements that make you feel comfortable and change the ones that do not. I always have as a guide the joy of a process. If a work sucks, it is wrongly done.

You will of course study the styles of other artists. This is not the same with copying them and forcing them into your own work. By remaining relaxed and open towards the issue of style, you create the conditions for your own style to flourish, gradually, through working.

I repeat: gradually, through working.

If, as beginners, you are to adopt a style, let it be that of perseverance and patience.

Πριν από λίγο καιρό, κατά την κουβέντα μου με έναν ηθοποιό, έγινε αναφορά στο ζήτημα του σκηνοθετικού ύφους. “Αυτό δεν οφείλουν να κάνουν οι σκηνοθέτες;” με ρώτησε με ρητορικό τόνο. “Να βρίσκουν το δικό τους στυλ;”

Απάντησα ευγενικά, χωρίς να εξωτερικεύσω την ορμητική αντίδρασή μου:

Ε, όχι, που να πάρει ο διάολος. Το να βρίσκουν το δικό τους στυλ δεν είναι αυτό που οφείλουν να κάνουν οι σκηνοθέτες!

Φυσικά και πιστεύω ότι κάθε ώριμος δημιουργός έχει το δικό του ιδιαίτερο ύφος. Ωστόσο, δε θεωρώ ότι δουλειά ενός δημιουργού είναι η επιδίωξη ιδιαίτερου ύφους. Θεωρώ το ύφος παραπροϊόν και όχι αυτοσκοπό· μια ένδειξη· ένα σύμπτωμα για το ποιος είναι ο άνθρωπος πίσω από τον δημιουργό. Συνεπώς, το να ιδρώνει κάποιος να εφεύρει το στυλ του είναι για μένα ανάποδη διαδικασία.

Πιστεύω ότι το ύφος αναπτύσσεται οργανικά και μάλιστα όχι αποκλειστικά μέσω της συνειδητής νόησης. Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι η αυθόρμητη πηγή και όχι τα οποιαδήποτε σοφίσματα του συνειδητού νου του. Αν ο καλλιτέχνης οφείλει κάτι, αυτό είναι να επιτρέπει στο στυλ να αναδύεται και όχι να το βιάζει, επιβάλλοντάς το στο έργο του. Αυτή είναι η οφειλή του απέναντι στο κοινό και στον ίδιο του τον εαυτό.

Στην κινηματογραφική σκηνοθεσία, το στυλ ορίζεται από διάφορες παραμέτρους, όπως την επιλογή κάδρου, τις κινήσεις κάμερας, τον ρυθμό δράσης, τον ρυθμό μοντάζ, τον τόνο των ερμηνειών των ηθοποιών, τη χρωματική παλέτα, κ.α.

Οι αναφορές στα ύφη γνωστών σκηνοθετών συνεπάγονται συμπτωματικές προσεγγίσεις. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι, εξάλλου, μια προσέγγιση που έχει ως αφετηρία το ύφος, κάτι που πηγάζει από σύνθετους και αστάθμητους παράγοντες, όπως την ιδιοσυγκρασία και τα βιώματά των δημιουργών;

Φυσικά και μπορεί κάποιος να εξηγήσει κάποια στοιχεία του στυλ, βάσει πχ. της κινηματογραφικής παιδείας ή της καταγωγής κάποιου δημιουργού, αλλά η απόλυτη αντιστοίχιση βιογραφικού και ύφους μοιάζει άστοχο και χονδροειδές εγχείρημα. Το στυλ ενός δημιουργού είναι στοιχείο ιδιαίτερο όσο η ίδια η προσωπικότητά του. Το να επιβάλλει κάποιος ένα συνειδητό στυλ στην τέχνη του είναι αντίστοιχο του να επινοεί μια περσόνα για να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους στη ζωή του.

Το δικό σας ύφος

Η πρόθεση του παρόντος κειμένου είναι, αν όχι να σας βοηθήσει να βρειτε το δικό σας ύφος, τουλάχιστον να σας ενθαρρύνει να ξεφορτωθείτε το όποιο άγχος έχετε γύρω από το στυλιστικό κυνηγητό. Το ερώτημα είναι: θα αφήσετε το φυσικό ύφος σας να αναδυθεί ή θα είστε υπερβολικά απασχολημένοι με το να επιβάλλετε στο έργο σας ύφος πλαστό και επίκτητο;

Έχοντας λοιπόν ξεκαθαρίσει τη θέση μου, συνεχίζω με μια σειρά από ερωτήματα που θα σας βοηθήσουν, αν προβληματίζεστε πάνω στο ζήτημα της γνησιότητας του στυλ σας:

  • Νιώθετε ότι βγαίνει αυθόρμητα και αβίαστα ή πιεσμένα;
  • Αισθάνεστε άνετα μαζί του; Σας αρέσει; Περνάτε καλά με αυτό το ύφος ή καταπιέζεστε;
  • Θεωρείτε ότι σας αρμόζει, σας πρέπει το συγκεκριμένο ύφος; Επιβάλλετε στη δουλειά σας αυστηρό ύφος, ζηλεύοντας στα κρυφά το ανέμελο ύφος άλλων καλλιτεχνών;

Κρατήστε τα στοιχεία που σάς αρέσουν και που σάς κάνουν να αισθάνεστε άνετα και αλλάξτε αυτά που συντελούν στο αντίθετο. Πάντοτε έχω ως οδηγό τη χαρά που προσφέρει μια διαδικασία. Αν κάτι μοιάζει με αγγαρεία, τότε γίνεται με λάθος τρόπο.

Βεβαίως και θα μελετήσετε τα ύφη άλλων δημιουργών. Αυτό απέχει πολύ από το να τα αντιγράψετε και να επιβάλλετε στη δική σας δουλειά ύφος τεχνητό. Μένοντας χαλαροί και ανοιχτοί απέναντι σε αυτό το ζήτημα, δημιουργείτε τις κατάλληλες συνθήκες για να ευδοκιμήσει, σιγά σιγά, μέσα από τη δουλειά, το δικό σας ύφος.

Επαναλαμβάνω: σιγά σιγά, μέσα από τη δουλειά.

Αν, ως αρχάριοι, πρόκειται να υιοθετήσετε ένα ύφος, ας είναι αυτό της εργατικότητας και της υπομονής.

Impro film: why I got stuck

Αυτοσχεδιαστική ταινία: γιατί κόλλησα

My mistake so far

As I have already mentioned in earlier occasions (like at the end of this post), I am currently working on a film developed through improvisation with the actors.

I keep saying this, don’t I? Nevertheless, the whole process is evolving very slowly. Why, though?

I see two reasons for the procrastination: first, my limited experience on the process; I am making it up as I go along, with all the ensuing problems. Second, my fear of facing the chaotic unknown of a film developed through improvisation.

One result of the previous two factors is a mistake that I have repeatedly been making, during the last few months. I recently realised it and I am sharing it with you.

It is a simple mistake: I am trying to work the plot with my actor.

For months, scared for not having solved the film’s plot, confused about how much control I have to keep and and how much I have to give to the actors, I keep discussing the film’s plot with my main actor.

It is a mistake. Even if the film has improvisational elements, it is not the actor’s job to help me figure the plot out. Sharing plot anxieties with her only contributes to her torment and to me avoiding my responsibilities as a storyteller.

This means that I am not to discuss with my actor the sequence of scenes or whether I need them. Scary though it may be, it is something I have to decide for and by myself.

Therefore, how am I to make my improvisational film? What is the procedure that can actually produce results? More specifically, how am I to work with an actor?

The solution: step one

An actor can help with the building of two important narrative elements: a character and a scene.

The first step is the building of a character. It is something I can start from, without any prior work, through discussions and improvisation with the actor. I don’t need to have a clear plot, yet.

An important condition, though, is to aim for a character with dramatic prospects: she must have the inner conflict and personality traits that will propel her into trouble, almost instantly. Trouble will lead to plot!

This is the secret!

Bonus geeky metaphor

A geeky equivalent, using mathematics: I want to create, in collaboration with the actor, a function f(x). By feeding this function with several stimuli x, I will get results y in return, according to the equation y = f(x).

The mistake I have been doing is asking the actor not only to work the function, but also to make up the x stimuli, that is the several plot points. That was inappropriate!

The solution: step two

The second step is to sit and design some first plot for the story, as well as answer a few questions. What is the genre of the film? What is the everyday life of the protagonist? What kind of situations (see “trouble”) I can put her through? What other characters do I need? What is the story’s main trouble? What happens at the end of the story?

These are the same steps that I would take, while writing any other story, until I came up with the first draft of a synopsis. I am not writing dialogue and specific actions, since I am eager to work these with the actors! I make an scene-by-scene outline for the whole story.

The solution: step three

Having decided on the scenes needed, I meet with the actors, again, and I let them play within the scene’s frame. I give them x and get y in return.

It looks great -as a theory. I am very curious to see if the plan will work or if it will crash and burn.

More about this, in a future blog post.

Το ως τώρα λάθος μου

Όπως έχω αναφέρει σε παλιότερες στιγμές (όπως στο τέλος αυτής της ανάρτησης), αυτόν τον καιρό δουλεύω μια ταινία που αναπτύσσεται μέσω αυτοσχεδιασμού με τους ηθοποιούς.

Συνέχεια το λέω, ε; Ωστόσο, η όλη διαδικασία προχωρά πολύ αργά. Γιατί όμως;

Βρίσκω δύο λόγους για την κωλυσιεργία: Πρώτον, την μικρή μου εμπειρία πάνω στη διαδικασία· επινοώ τη διαδικασία μόνος μου, με όλα τα προβλήματα που αυτό επιφέρει. Δεύτερον, τον φόβο μου να αντιμετωπίσω το χαοτικό άγνωστο μιας ταινίας που αναπτύσσεται με αυτοσχεδιασμό.

Ένα από τα αποτελέσματα των δύο αυτών παραγόντων είναι ένα λάθος που κάνω τους τελευταίους μήνες, επανειλημμένως. Το συνειδητοποίησα πρόσφατα και το μοιράζομαι μαζί σας.

Το λάθος είναι πολύ απλό: προσπαθώ να δουλέψω την πλοκή μαζί με την ηθοποιό μου.

Εδώ και μήνες, φοβισμένος που δεν έχω λύσει την πλοκή της ταινίας, μπερδεμένος με το πόσο έλεγχο πρέπει να κρατήσω και πόσο να δώσω στους ηθοποιούς, επιστρέφω ξανά και ξανά σε συζητήσεις, με τη βασική ηθοποιό μου, γύρω από την πλοκή της ιστορίας.

Είναι λάθος. Ακόμη και αν η ταινία έχει αυτοσχεδιαστικά στοιχεία, δουλειά της ηθοποιού δεν είναι να με βοηθήσει να βρω την πλοκή. Μοιραζόμενος μαζί της τις τρύπες της πλοκής, απλώς ταλαιπωρώ την ηθοποιό και αποφεύγω να αναλάβω τις ευθύνες μου.

Αυτό σημαίνει ότι, με την ηθοποιό μου, δε θα συζητήσω τη σειρά των σκηνών ή το τι σκηνές χρειάζομαι. Όσο και αν με τρομάζει, αυτό πρέπει να το βρω και να το αποφασίσω μόνος μου.

Τι να κάνω, λοιπόν, αν θέλω να φέρω εις πέρας την αυτοσχεδιαστική μου ταινία; Ποια είναι η διαδικασία που μπορεί να αποδώσει αποτελέσματα; Συγκεκριμένα, πώς μπορώ να δουλέψω με έναν ηθοποιό;

Η λύση: βήμα πρώτο

Ο ηθοποιός μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά στο να χτιστούν δύο σημαντικά στοιχεία της αφήγησης: ένας χαρακτήρας και μία σκηνή.

Το πρώτο βήμα της δουλειάς είναι το χτίσιμο ενός χαρακτήρα. Μπορώ να ξεκινήσω από αυτό, χωρίς άλλη προαπαιτούμενη εργασία, μέσα από συζητήσεις και αυτοσχεδιασμούς με την πρωταγωνίστρια. Δε χρειάζεται να έχω ακόμη σαφή πλοκή.

Σημαντική προϋπόθεση, όμως, είναι να στοχεύω σε ένα χαρακτήρα με προοπτικές: να εχει τις εσωτερικές συγκρούσεις και τα χαρακτηριστικά που θα τον βάλουν σχεδόν αμέσως σε μπελάδες. Οι δε μπελάδες θα οδηγήσουν στην πλοκή!

Αυτό είναι το μυστικό!

Μπόνους: μια αναλογία

Και μια αναλογία με τα μαθηματικά, για τους σπασίκλες: ζητώ να δημιουργήσω, σε συνεργασία με τον ηθοποιό, μια συνάρτηση f(x). Αυτή, τροφοδοτώντας τη με διάφορα ερεθίσματα x, θα μού δίνει αποτελέσματα y, βάσει της σχέσης y = f(x).

Το λάθος που έκανα, ως τώρα, είναι ότι ζητούσα από τον ηθοποιό όχι μόνο να λειτουργεί τη συνάρτηση, αλλά να επινοεί και τα ερεθίσματα x, δηλαδή τα διάφορα βήματα της πλοκής. Ε, όχι!

Η λύση: βήμα δεύτερο

Το δεύτερο βήμα, λοιπόν, είναι να κάτσω και να δομήσω μια πρώτη πλοκή για την ιστορία και να απαντήσω κάποια ερωτήματα. Τι είδους ταινία θα είναι; Ποια είναι η καθημερινότητά της πρωταγωνίστριας; Σε τι καταστάσεις (βλ. “μπελάδες”) μπορώ να τη βάλω; Τι άλλους χαρακτήρες χρειάζομαι; Ποιος θα είναι ο βασικός μπελάς της ταινίας; Τι τέλος μπορεί να έχει η ιστορία;

Πρόκειται, δηλαδή, για τις ίδιες ενέργειες που θα έκανα αν έγραφα οποιαδήποτε ιστορία, μέχρι να καταλήξω στο πρώτο ντραφτ μιας σύνοψης. Προσοχή! Δε γράφω σενάριο και διαλόγους, καθώς αυτό θέλω να το δουλέψω με τους ηθοποιούς! Κατασκευάζω, όμως, έναν σκελετό (outline) της ιστορίας, σκηνή σκηνή.

Η λύση: βήμα τρίτο

Έχοντας αποφασίσει τι σκηνές χρειάζομαι, συναντώ ξανά τους ηθοποιούς και τους αφήνω να παίξουν στο πλαίσιο της κάθε σκηνής. Τους τροφοδοτώ με x για να μού δίνουν y.

Ωραίο ακούγεται -ως θεωρία. Είμαι πολύ περίεργος να δω αν το σχέδιο θα δουλέψει ή αν θα φάω τα μούτρα μου.

Αυτό, όμως, σε επόμενη ανάρτηση.

Saving and organising ideas

Αποθηκεύοντας και οργανώνοντας ιδέες

Photo of old wooden drawers.

A writer friend recently emailed me, asking how I organise my writing material. Here is her question:

I haven’t quite figured out “where” to write my creative stuff – do you put everything on the laptop electronically or do you use paper/cards/etc?!? any useful tips?! I’ve got bits of character and story but they’ve been going into my “current notebook” which isn’t really where I want them to be… I just don’t know where to move to successfully 🙂

Thanks, Francesca!

Funny she should ask this, because I have been recently having many thoughts on the most effective idea-organising system. Not sure I nailed it, but here are the 3 steps that help me organise my writing work quite satisfactorily:

1. Grabbing

The first step is to grab the idea right after it appears. One has to note the idea down as soon as possible or experience the “Memento” effect. I don’t know the scientific explanation; it seems that ideas stick to the short-term memory for a minute or so and then disappear.

Often, while walking or driving, I get a line of dialogue or a visual gag or a character trait. I jot it down on little pieces of paper (after pulling over!!!) or -more often- I record the idea onto my mobile phone’s voice recorder.

Another option would be typing the idea directly to the computer, but usually this is too much of a hassle. At this first step, one needs quick solutions.

2. Computerisation

The second step is to file this idea somewhere on the computer. Transcribe the audio recordings and type the penned ideas on a computer file. I am sure there are several ways of doing this and I have tried a couple.

One way is to open a .txt file for each new idea. Give the file a relevant name (I use abbreviations like ID if it’s a story idea, GAG if it’s a gag, COM if it’s a standup comedy idea, et al.) and write the idea down, without attempting to develop or better it. Close the file and put it in an Ideas folder, on your computer. If the idea gets expanded, you can continue writing on the same file.

I have been using this method for a while, but I find disturbing the process of adding to the file of the original idea. As the project develops, the first notes disappear, as more and more notes get piled up on the same file. Some people may find that this is okay, but I don’t seem to like it.

So, I have recently started using the method of the Spark File, as described by writer Steven Johnson. Johnson suggests keeping all newborn ideas in one large document. This document is where one stores ideas, but without developing them. (For more details, read here.)

I think that it is nice to have all the prime ideas stored in a linear document and developed separately. Not really feeling the term Spark File, though, I prefer calling it Scratchpad.

I still haven’t solved an issue, though. I rarely transcribe my audio recordings! It is a habit I still haven’t adopted. I suppose the only way is to pencil a time of the week, an hour or so, to do just that. Oh, well…

3. Development

Soon, some of the ideas return for more; more gags on the same idea pop up in mind, maybe some plot points, maybe some character traits -all related to the same project.

Obviously, the idea is screaming for development. This means that I should open a separate folder, for this project only. It doesn’t mean that I am forcing myself to complete the idea. It only means I do not want to develop the idea on the Scratchpad.

Well, this is it. I hope I helped Francesca, as well as some of you. Don’t hesitate to write your opinion on organising ideas, as I am very keen to know what works for other people.

Happy writing!

Μια φίλη σεναριογράφος μού έγραψε πρόσφατα, ρωτώντας πώς οργανώνω τα γραπτά μου. Ορίστε η ερώτησή της:

Δεν έχω ακόμη βρει “πού” να σημειώνω τα γραπτά μου – εσύ βάζεις τα πάντα στο λάπτοπ ή χρησιμοποιείς χαρτί/κάρτες/κλπ;!; Καμιά χρήσιμη συμβουλή; Έχω κομμάτια των χαρακτήρων και της ιστορίας, αλλά τα σημειώνω απλώς στο τρέχον σημειωματάριό μου, που δεν είναι αυτό ακριβώς που θέλω να συμβαίνει… Απλώς δεν ξέρω πού να τα μεταφέρω αποτελεσματικά 🙂

Ευχαριστώ, Φραντσέσκα!

Ωραία σύμπτωση που το ρώτησε, διότι εδώ και κάποιο καιρό βάζω αρκετή σκέψη στο ποιο είναι το πιο αποδοτικό σύστημα οργάνωσης ιδεών. Δεν είμαι σίγουρος αν το έχω βρει, αλλά ορίστε 3 βήματα που με βοηθούν να οργανώνω τα γραπτά μου αρκετά αποδοτικά:

1. Σημείωση

Το πρώτο βήμα είναι να σημειώνεις την ιδέα με το που εκείνη εμφανίζεται. Αν δεν σημειώσεις την ιδέα σχεδόν αμέσως, είναι πολύ πιθανό να βιώσεις το φαινόμενο “Memento.” Δεν ξέρω την επιστημονική εξήγηση· φαίνεται ότι οι ιδέες κάθονται για λίγο στη βραχύχρονη μνήμη και μετά εξαφανίζονται.

Συχνά, ενώ περπατώ ή οδηγώ, μού έρχεται μια ατάκα ή ένα οπτικό γκαγκ ή ένα στοιχείο κάποιου χαρακτήρα. Το σημειώνω γρήγορα σε μικρά κομμάτια χαρτιού (αφού παρκάρω!!!) ή -πιο συχνά- ηχογραφώ την ιδέα στο κινητό μου τηλέφωνο.

Άλλη επιλογή είναι να δακτυλογραφείς την ιδέα κατευθείαν στον υπολογιστή, αλλά συνήθως αυτό είναι μπελάς. Στο πρώτο αυτό βήμα, χρειάζεσαι γρήγορες λύσεις.

2. Μηχανογράφηση

Το δεύτερο βήμα είναι να αρχειοθετήσεις την ιδέα κάπου στον υπολογιστή. Μετάφερε τις ηχογραφημένες σημειώσεις και δακτυλογράφησε τα χειρόγραφα σε ένα αρχείο κειμένου. Είμαι σίγουρος ότι αυτό μπορεί να γίνει με πολλές μεθόδους και έχω δοκιμάσει μερικές.

Μια μέθοδος είναι να ανοίξεις ένα αρχείο .txt για κάθε νέα ιδέα. Δώσε στο αρχείο ένα σχετικό όνομα (εγώ χρησιμοποιώ συντομογραφίες όπως ID αν είναι ιδέα για ιστορία, GAG αν είναι γκαγκ, COM αν είναι κάποιο αστείο για standup comedy, κ.α.) και γράψε την ιδέα χωρίς να προσπαθείς να την αναπτύξεις ή να τη βελτιώσεις. Κλείσε το αρχείο και βάλε το σε ένα φάκελο με τίτλο Ιδέες, στον υπολογιστή. Αν θελήσεις να προσθέσεις στοιχεία, μπορείς να συνεχίσεις να γράφεις στο ίδιο αρχείο.

Έχω χρησιμοποιήσει αυτή τη μέθοδο για λίγο, αλλά βρίσκω ενοχλητικό το να προσθέτω στο αρχείο της αρχικής ιδέας. Καθώς το πρότζεκτ αναπτύσσεται, οι πρώτες σημειώσεις εξαφανίζονται, καθώς όλο και περισσότερες σημειώσεις μαζεύονται στο ίδιο αρχείο. Μερικοί μπορεί να μη βρίσκουν πρόβλημα με αυτό, αλλά εμένα δε μου πολυαρέσει.

Συνεπώς, ξεκίνησα πρόσφατα να χρησιμοποιώ τη μέθοδο του Spark File, όπως την περιγράφει ο συγγραφέας Στήβεν Τζώνσον. Ο Τζώνσον προτείνει να κρατάμε όλες τις νεογέννητες ιδέες σε ένα μεγάλο αρχείο κειμένου. Σε αυτό το αρχείο, σημειώνουμε τις ιδέες, αλλά δεν τις αναπτύσσουμε. (Για περισσότερες λεπτομέρειες, διαβάστε εδώ.

Νομίζω ότι είναι ωραίο να έχεις όλες τις πρώτες ιδέες φυλαγμένες με γραμμικό τρόπο σε ένα αρχείο και να τις αναπτύσσεις ξεχωριστά. Μην κατανοώντας ιδιαίτερα τον όρο Spark File, ωστόσο, προτιμώ να το ονομάζω Scratchpad (πρόχειρο).

Υπάρχει, βέβαια, ένα θεματάκι που ακόμη δεν έχω λύσει. Σπανίως δακτυλογραφώ τις ηχητικές μου σημειώσεις! Είναι μια συνήθεια που ακόμη δεν έχω υιοθετήσει. Υποθέτω ότι ο μόνος τρόπος είναι να βάζω στο πρόγραμμα μια ώρα την εβδομάδα για να κάνω ακριβώς αυτό.

3. Ανάπτυξη

Σύντομα, κάποιες από τις ιδέες επιστρέφουν· περισσότερα γκαγκ πάνω στην ίδια ιδέα έρχονται στο νου, ίσως κάποια στοιχεία πλοκής, ίσως κάποια στοιχεία χαρακτήρα -όλα σχετικά με το ίδιο πρότζεκτ.

Προφανώς, η ιδέα με προσκαλεί να την αναπτύξω. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ανοίξω ένα ξεχωριστό φάκελο, ειδικά για το πρότζεκτ αυτό. Δε σημαίνει ότι πρέπει να ολοκληρώσω την ανάπτυξη της ιδέας. Σημαίνει απλώς ότι δε θέλω να αναπτύξω την ιδέα στο scratchpad.

Αυτά είχα να πω. Ελπίζω να βοήθησα τη Φραντσέσκα, όπως και κάποιους από σας. Μη διστάσετε να γράψετε τη δική σας μέθοδο για να οργανώνετε ιδέες, καθώς θέλω πολύ να ξέρω τι λειτουργεί για τους άλλους.

Καλό γράψιμο!

Having fun with filmmaking

Περνώντας καλά γυρίζοντας ταινίες

Extract from one of my notebooks.

“Tarantino taught me this: we make cinema to have a good time, not to serve who knows which constipated rules of aesthetics.”

(I am not saying that Tarantino actually said this; it is the interpretation that I gave to the way he sees filmmaking, without asking his opinion.)

I wrote this on a notebook page and I instantly let go of a stupid and meaningless internal conflict: I was tormented by the fact that the director I am currently working with, while writing the short screenplay “Observer,” asked me to use in the story both instruments of Satan: Voice Over and Flashbacks. Heaven forbid!

So far, I had never touched any of these two abominations, even though I pretty much enjoyed Woody Allen’s VOs and flashbacks, as well as Tarantino’s time travels, along with other things opposing to linear storytelling.

Then, what was the big deal? Why not use (or at least try) some VO myself? And some flashbacks?

I knew the answer: academism. I had some arbitrary belief that VO and flashbacks “should be avoided.” And I should know better than to blindly believe such a dogmatic suggestion, yet I was strongly influenced.

But all it needed was taking this bias out in the open: “Why not?” I asked myself playfully. “Would you rather die before trying out a VO-ed screenplay? Wouldn’t it be a shame not to experience time travel with a flashback?”

(The word “die” always makes you live more intensely. Or paralyses you. The first one is better.)

Then, I admitted all the aforementioned enjoyment derived from the work of Woody Allen and Nolan and Tarantino and all the other cool people. “Hey, I want to do that, too!” said my inner child.

That was it. I took a red pen and made the note above. And I started the second draft of “Observer,” with the chattiest VO and the most shameless flashbacks in my career so far.

“Ο Ταραντίνο με δίδαξε το εξής: κάνουμε σινεμά για να περάσουμε καλά, όχι για να υπηρετήσουμε ποιος ξέρει τι δυσκοίλιους κανόνες αισθητικής.”

(Δε λέω ότι ο Ταραντίνο είπε το παραπάνω· πρόκειται για την ερμηνεία που εγώ έδωσα στο πώς αντιμετωπίζει τη φιλμοκατασκευή, χωρίς να ρωτήσω τη γνώμη του.)

Έγραψα το παραπάνω σε μια σελίδα ενός σημειωματάριου και αμέσως απελευθερώθηκα από μια ανόητη εσωτερική πάλη: βασανιζόμουν από το ότι ο σκηνοθέτης με τον οποίο δουλεύω αυτόν τον καιρό, ενώ γράφω το μικρού μήκους σενάριο “Θεατής,” μού ζήτησε να χρησιμοποιήσω στην ιστορία αμφότερα τα όργανα του Σατανά: το Voice Over και το Φλάσμπακ. Θεός φυλάξοι!

Ως τώρα, δεν είχα ποτέ αγγίξει κανένα από αυτά τα δύο βδελύγματα, παρόλο που απολάμβανα τα VO και τα φλάσμπακ του Γούντυ Άλλεν, καθώς και τα ταξίδια στον χρόνο μεταξύ των σκηνών του Ταραντίνο, μαζί με άλλα κόλπα που αντιτίθενται στη γραμμική αφήγηση.

Τότε, πού ήταν το πρόβλημα; Γιατί να μη χρησιμοποιήσω (ή τουλάχιστον να δοκιμάσω) λίγο VO; Και λίγα φλάσμπακ;

Ήξερα την απάντηση: ακαδημαϊσμός. Είχα κάποια αυθαίρετη πεποίθηση ότι τα VO και τα φλάσμπακ “επρεπε να αποφεύγονται.” Κι εγώ έπρεπε να μην πιστεύω στα τυφλά τέτοιους δογματισμούς, ωστόσο ήμουν βαθειά επηρεασμένος.

Το μόνο που χρειαζόταν, ωστόσο, ήταν να βγάλω αυτή την προκατάληψη στο φως: “Γιατί όχι;” ρώτησα τον εαυτό μου, παιχνιδιάρικα. “Προτιμάς να πεθάνεις χωρίς να έχεις δοκιμάσει ένα σενάριο με VO; Δε θα ήταν κρίμα να μην έχεις βιώσει το ταξίδι στο χρόνο που παρέχει ένα φλάσμπακ;

(Η λέξη “πεθαίνεις” πάντα σε κάνει να ζεις πιο έντονα. Ή σε παραλύει. Καλύτερα το πρώτο.)

Ύστερα, παραδέχτηκα την προαναφερθείσα απόλαυση την πηγάζουσα από τη δουλειά του Γούντυ Άλλεν και του Νόλαν και του Ταραντίνο και όλων των άλλων κουλ τύπων. “Ε, κι εγώ θέλω να το κάνω αυτό!” είπε το παιδί μέσα μου.

Αυτό ήταν. Πήρα ένα κόκκινο στυλό και έγραψα την παραπάνω σημείωση. Και ξεκίνησα το δεύτερο ντραφτ του “Θεατή,” με το πιο φλύαρο VO και τα πιο ξεδιάντροπα φλάσμπακ της ως τώρα καριέρας μου.

My tweet question answered by professional screenwriters

Η ερώτησή μου στο twitter απαντάται από επαγγελματίες σεναριογράφους

The BAFTA Guru channel asked for tweet questions on screenwriting, to be answered by Nick Hornby (An Education, About a Boy, High Fidelity), Beau Willimon (The Ides of March, House of Cards), Andrew Bovell (A Most Wanted Man, Edge of Darkness), Jimmy McGovern (Cracker, Banished), and Nancy Meyers (Something’s Gotta Give, The Intern).

I tweeted my banal question (on writer’s resistance or block), not expecting such a wonderful video answer!

Το κανάλι BAFTA Guru ζήτησε στο twitter ερωτήσεις πάνω στη σεναριογραφία, για να απαντηθούν από τους Nick Hornby (An Education, About a Boy, High Fidelity), Beau Willimon (The Ides of March, House of Cards), Andrew Bovell (A Most Wanted Man, Edge of Darkness), Jimmy McGovern (Cracker, Banished), και τη Nancy Meyers (Something’s Gotta Give, The Intern).

Έστειλα ένα tweet με την κοινότοπη ερώτησή μου (σχετική με τις αντιστάσεις στο γράψιμο -το writer’s block δηλαδή), μην περιμένοντας μια τόσο θεαματική απάντηση!

The five steps of accepting a one-shot film: Sebastian Schipper’s interview on “Victoria”

Τα πέντε στάδια της αποδοχής μιας μονόπλανης ταινίας: η συνέντευξη του Σεμπάστιαν Σίππερ για τη “Victoria”

Screenshot from the film "Victoria."

Whenever I hear about movies filmed in one shot (Russian Ark, Birdman and -almost- Hitchcock’s Rope), my reaction goes through the following stages:

First, aversion: it seems to me that the director wants to pull off a stunt, by adding more difficulty to the already difficult feat called filmmaking, aiming just to show off, like riding a bicycle without using hands.

Second, smiling: I recall the Monty Python sketch that best illustrates my point: the pianist performing Tchaikovsky’s First Concerto, while escaping from a sack, three padlocks, and a pair of handcuffs.

Third, acceptance: of my not so well-hidden envy towards directors who think that big. It is, indeed, an impressive stunt. This is where my envy starts turning into admiration and inspiration.

Four, dialogue with inner child: I love riding a bicycle without using hands. Why not? “Look! No hands!”

Final stage, enjoyment: of Sebastian Schipper’s interview on his film Victoria, which was shot in one shot. The director is two times as courageous, since he shares with us the difficulties and “mistakes” of his creative process.

Όποτε ακούω για ταινίες που έχουν γυριστεί με ένα πλάνο (Η Ρώσικη Κιβωτός, Birdman, και -σχεδόν- η Θηλειά του Χίτσκοκ), η αντίδρασή μου περνά από τα παρακάτω στάδια:

Πρώτον, απέχθεια: μού φαίνεται ότι ο σκηνοθέτης θέλει να επιτύχει ένα ακροβατικό, προσθέτοντας μια επιπλέον δυσκολία στο ήδη απαιτητικό πράγμα που λέγεται γύρισμα, σα να κάνει ποδήλατο χωρίς χέρια.

Δεύτερον, χαμόγελο: θυμάμαι το σκετς των Μόντυ Πάιθον που εικονογραφεί καλύτερα τα παραπάνω: ο πιανίστας που εκτελεί το πρώτο κονσέρτο του Τσαϊκόφσκι, ενώ ταυτόχρονα δραπετεύει από ένα σάκο, τρεις κλειδαριές και ένα ζευγάρι χειροπέδες.

Τρίτον, αποδοχή: του όχι και τόσο καλά κρυμμένου φθόνου προς τους σκηνοθέτες που κάνουν τόσο μεγάλα σχέδια. Είναι πράγματι ένα πολύ εντυπωσιακό ακροβατικό. Σε αυτό το σημείο, ο φθόνος μου ξεκινά να μεταμορφώνεται σε θαυμασμό και έμπνευση.

Τέταρτον, διάλογος με το παιδί μέσα μου: μού αρέσει να κάνω ποδήλατο χωρίς χέρια. Γιατί όχι; “Κοιτάξτε! Χωρίς χέρια!”

Τελευταίο στάδιο, απόλαυση: του διαβάσματος της συνέντευξης του Sebastian Schipper για την ταινία του Victoria, ταινία που έχει γυριστεί όλη σε ένα πλάνο. Ο σκηνοθέτης αποδεικνύεται διπλά θαρραλέος, καθώς δε φοβάται να μοιραστεί μαζί μας τις δυσκολίες και τα “λάθη” του, κατά τη διαδικασία δημιουργίας της ταινίας.