The inglorious Paris of Frances Ha

Το άδοξο Παρίσι της Frances Ha

Frances Ha Arc de Triomphe

Fed up with the clichéd, postcard depictions of Paris as “the City of Love” (or “Light” for others), I couldn’t help but cheer when I saw the sad and lonely -therefore refreshing for me- Paris that Noah Baumbach and Greta Gerwig created in the bitter comedy Frances Ha.

When New Yorker Frances decides on impulse to go to Paris for a weekend, she spends her few hours there sleeping (due to jet lag), having lonely walks, and reading Proust.

Μπουχτισμένος από τις κλισέ, καρτ-ποστάλ απεικονίσεις του Παρισιού ως Πόλης του Φωτός -ή της Αγάπης, κατά άλλους- δεν μπόρεσα παρά να ζητωκραυγάσω βλέποντας το θλιβερό και μοναχικό -άρα αναζωογονητικό για μένα- Παρίσι που ο Noah Baumbach και η Greta Gerwig αποδίδουν στην πικρή κωμωδία Frances Ha.

Όταν η Νεοϋορκέζα Frances αποφασίζει αυθόρμητα να αποδράσει για ένα Σαββατοκύριακο στο Παρίσι, τις λίγες ώρες της εκεί τις περνά κοιμωμένη (λόγω jet lag), κάνοντας μοναχικές βόλτες, και διαβάζοντας Προυστ.

Reading Proust 2

In the short Paris sequence, Frances Ha deconstructs the most glorified city of the world with great simplicity and painful humour: the mere presence of poor Frances is enough to annul the romantic character of the famous Parisian landmarks.

The Eiffel Tower and the Arc de Triomphe almost go unnoticed. I think the directing choice of discreetly having them at the background was genius.

Στη σύντομη σεκάνς του Παρισιού, το Frances Ha αποδομεί την πιο δοξασμένη πόλη του κόσμου με ακαταμάχητη απλότητα και πικρό χιούμορ: η παρουσία της κακομοίρας Frances και μόνο αρκεί για να ακυρώσει τον ρομαντισμό των φημισμένων παριζιάνικων τοπόσημων.

Ο πύργος του Άιφελ και η Αψίδα του Θριάμβου περνούν σχεδόν απαρατήρητα. Νομίζω ότι η σκηνοθετική επιλογή της διακριτικής τοποθέτησής τους στο φόντο ήταν ιδιοφυής.

The irony is that, saturated by their postcard depictions, my gaze had stopped enjoying these monuments anyway. Until Frances Ha made me enjoy them again, in this unorthodox way. Η ειρωνεία είναι ότι, κορεσμένο από τις απεικονίσεις αυτών των μνημείων, το βλέμμα μου είχε πάψει να τα απολαμβάνει έτσι κι αλλιώς. Μέχρι που η Frances Ha με έκανε να τα απολαύσω εκ νέου, με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο.

The making of Poe’s Raven

Πώς γράφτηκε το Κοράκι του Πόε

London Raven

By chance, I picked up a Raven from our bookcase, of a publication that I had never opened before, and I was happily surprised to see a short essay by Poe, “The Philosophy of Composition,” in which the ingenious writer describes the creative process he went through in order to compose his most famous poem.

I was happy to find Poe’s positions on the creative process similar to the ones I have figured out by myself. Specifically, he objects to the romantic image of a (cursed) poet composing within a feverish delirium, supporting the one of the writer drafting and persistently rewriting, until the desired outcome is achieved.

Most writers -poets in especial- prefer having it understood that they compose by a species of fine frenzy -an ecstatic intuition- and would positively shudder at letting the public take a peep behind the scenes […], at the wheels and pinions […].”

Moreover, he reveals that he first came up with the poem’s end.

I first established in mind the climax, or concluding query -that to which Nevermore should be in the last place an answer- that in reply to which this word Nevermore should involve the utmost conceivable amount of sorrow and despair.

Here then the poem may be said to have its beginning -at the end, where all works of art should begin…”

He reveals that the first verse he wrote was actually one of the poem’s last ones:

I composed this stanza, at this point, first that, by establishing the climax, I might the better vary and graduate, as regards seriousness and importance, the preceding queries of the lover […] Had I been able, in the subsequent composition, to construct more vigorous stanzas, I should, without scruple, have purposely enfeebled them, so as not to interfere with the climacteric effect.

Since “making ofs” are super rare, I highly recommend the essay.

Παίρνοντας τυχαία ένα Κοράκι από τη βιβλιοθήκη μας, συγκεκριμένα των εκδόσεων Ερατώ -ένα βιβλίο που δεν είχα ανοίξει ξανά-, και ξεφυλλίζοντάς το, είδα με έκπληξη ότι περιέχει ένα μικρό δοκίμιο του Πόε με τίτλο “Η Φιλοσοφία της Σύνθεσης,” στο οποίο ο ιδιοφυής συγγραφέας περιγράφει τη διαδικασία που πέρασε για να σχεδιάσει το γνωστότερο από τα ποιήματά του.

Με αγαλλίαση είδα ότι ο Πόε υποστηρίζει θέσεις παρόμοιες με αυτές στις οποίες έχω καταλήξει κι εγώ γύρω από τη δημιουργική διαδικασία. Συγκεκριμένα, αντιτίθεται στη ρομαντική εικόνα του (καταραμένου) ποιητή, ο οποίος συνθέτει μέσα σε πυρετώδες ντελίριο, υποστηρίζοντας εκείνη του λογοτέχνη που προσχεδιάζει και λαξεύει με επιμονή τον λόγο του, μέχρι να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Πολλοί συγγραφείς ―ιδίως ποιητές― προτιμούν να δίνουν την εντύπωση πως συνθέτουν σε κάποια κατάσταση εκλεπτυσμένης παραφοράς ―μιας ενορατικής έκστασης― και θα ξεβολεύονταν ίσως αν επέτρεπαν στο κοινό να ρίξει μερικές κλεφτές ματιές στα παρασκήνια […], τους τροχούς και τα γρανάζια […].

Επίσης, αποκαλύπτει πώς επινόησε πρώτα το τέλος του ποιήματος:

Kατέστρωσα πρώτα στον νου μου το τελικό ή καταληκτικό ερώτημα, το ερώτημα στο οποίο το Nevermore θα έπρεπε εν κατακλείδι να απαντά, το ερώτημα που παίρνοντας για απάντηση τη λέξη Nevermore θα μπορούσε να προκαλέσει τη μεγαλύτερη συσσώρευση θλίψης και απελπισίας στον ανθρώπινο νου.

Εδώ, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως άρχισε το ποίημα: στο τέλος ―απ’όπου θα έπρεπε να αρχίζουν όλα τα έργα τέχνης…

Αποκαλύπτει πως η πρώτη στροφή που έγραψε ήταν μία από τις τελευταίες:

Συνέθεσα την παραπάνω στροφή, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, πρώτον διότι, καταρτίζοντας την κορύφωση θα μπορούσα να διαφοροποιήσω και να διαβαθμίσω πολύ καλύτερα τη σοβαρότητα και το ενδιαφέρον των προηγουμένων ερωτημάτων του εραστή […] Αν τώρα τύχαινε, στη διάρκεια της σύνθεσης, να δημιουργήσω κάποια πολύ ζωηρή στροφή, δε θα δίσταζα να μειώσω την έντασή της, ώστε να μην έλθει σε σύγκρουση με την ένταση του κορυφαίου παθήματος.

Κείμενα τύπου “making of” είναι σπανιότατα. Συστήνω ανεπιφύλακτα το δοκίμιο.

The power (and limits) of pitching

Η δύναμη (και τα όρια) του pitch

Endless Orgy for the Goddess of Perversion

A couple of days ago, in our local supermarket, a promo-lady (or whatever they are called) pitched us a new unknown fizzy drink. The pitch was not bad; it pivoted on a couple of keywords relevant to healthy living, the thing was on offer, too, so we got hooked. We bought two cans in the price of one.

At home, when I tasted the thing, I discovered that it was horrible; it tasted like cough syrup.

The moral of the story: pitching is essential to draw the customer’s attention to your product. Nevertheless, this is as far as a good pitch will take you. After that, your product better be good. The promo-lady would not have much to reply to a complain of mine along the lines of “But it tastes like cough syrup; I hate cough syrup.”

Πριν δυο μέρες, στο σούπερμάρκετ, μια από τις προωθητικές δεσποινίδες που συχνάζουν σε τέτοια μέρη μάς έκανε pitch ένα άγνωστο αναψυκτικό. Το pitch δεν ήταν κακό· πάτησε σε μια δυο λέξεις κλειδιά σχετικές με υγιεινή διατροφή, ήταν και σε προσφορά… Τσιμπήσαμε. Αγοράσαμε δύο κουτάκια στην τιμή του ενός.

Όταν, στο σπίτι, άνοιξα το ένα κουτάκι για να το δοκιμάσω, βρήκα ότι το αναψυκτικό ήταν απαίσιο· έμοιαζε με σιρόπι για τον βήχα.

Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας: το pitch είναι απαραίτητο για να δώσει ο πελάτης την προσοχή του στο προϊόν σου. Ωστόσο, ένα καλό pitch θα σε πάει μέχρι εκεί. Από εκεί και ύστερα, καλά θα κάνει το προϊόν σου να κρατήσει τον πελάτη. Η κοπέλα δε θα είχε πολλά αντεπιχειρήματα να απαντήσει στο δικό μου “Μα, έχει γεύση σα σιρόπι για τον βήχα· μού τη σπάει το σιρόπι για τον βήχα.”

Do I have a problem with symbolism?

Έχω εγώ πρόβλημα με τον συμβολισμό;

Playground

I often say that I am against symbolism. It is not true. I say this to avoid long explanations, when I don’t have time for them.

In fact, I only have a problem when a director uses symbolism instead of reality. In other words, I am very happy with symbolism when it keeps itself to a second layer, the layer of ideas, letting the first layer to realistic action. I strongly believe that any story should have a first, easy to follow storyline, no matter what its symbolism is, if any. Thus, every audience member, even if blind to the symbolic references, can take something home.

If there is no such first layer, then, yes, I do have a problem. That is when the story loses me. I hate artistic pretence and I will not put on any intellectual monocle in order to say “Oh, that’s symbolic, that’s why.” Symbolism is nothing’s reason. Symbolism explains nothing. It accompanies an action, it reinforces an idea, yes, but it never makes something out of nothing.

If there is no fascinating story, don’t expect me to stick around because of a few symbols. Even religions know better than this.

Λέω συχνά ότι είμαι κατά του συμβολισμού. Δεν είναι αλήθεια. Το λέω για να γλιτώνω τις πολλές εξηγήσεις, σε στιγμές που δεν έχω πολύ χρόνο.

Στην πραγματικότητα, πρόβλημα με τον συμβολισμό έχω μόνο όταν ένας σκηνοθέτης κάνει προσπάθεια να αντικαταστήσει με αυτόν την πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, δεν έχω πρόβλημα όταν ο συμβολισμός βρίσκεται σε αυτό που λέμε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, αφήνοντας το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης ελεύθερο για τον ρεαλισμό. Μια ιστορία θεωρώ ότι οφείλει να είναι κατανοητή σε πρώτο επίπεδο, ώστε ακόμη και ο θεατής/ακροατής που δεν έπιασε τις συμβολικές αναφορές να φύγει κερδισμένος.

Αν δεν υπάρχει πρώτο επίπεδο πέραν του συμβολικού, ναι, τότε είναι που έχω πρόβλημα. Τότε, συγγνώμη, αλλά η ιστορία με χάνει. Απεχθάνομαι την καλλιτεχνική προσποίηση και δε θα φορέσω το διανοουμενίστικο μονόκλ μου για να πω με περισπούδαστο ύφος “ω, μα αυτό είναι συμβολικό, γι’ αυτό.” Ο συμβολισμός δεν εξηγεί τίποτα. Συνοδεύει τις πράξεις, ενισχύει τις ιδέες, ναι, αλλά ποτέ δε δημιουργεί κάτι από το τίποτα.

Αν δεν υπάρχει ενδιαφέρουσα ιστορία, μην περιμένετε να κρατήσετε το ενδιαφέρον μου με μερικά σύμβολα. Ακόμη και οι θρησκείες ξέρουν ότι αυτό είναι αδύνατο.