Roots

Ρίζες

Cables to Branches

When one loses one’s way, it helps remembering what the destination always was. I am referring to our tender ages, which do not tolerate evasions and excuses. My question is ruthless: when you were little, what did you want to be when you grow up?

As children, what you were doing when you were stealing time from your obligations is very probably trying to tell you who you really are. A very important inner equilibrium is restored when one finds a way to act according to the desire of one’s heart. And the way is not unique.

Όταν κάποιος χάνει τον δρόμο του, βοηθά να θυμάται πού ήθελε πάντα να πάει. Μιλάω για τις τρυφερές ηλικίες, οι οποίες δε σηκώνουν υπεκφυγές και δικαιολογίες. Η ερώτησή μου είναι αμείλικτη: όταν ήσαστε μικροί, τι θέλατε να γίνετε όταν μεγαλώσετε;

Αυτό που κάνατε ως παιδιά, όταν κλέβατε χρόνο από τα διάφορα πρέπει σας, είναι πολύ πιθανόν να προσπαθεί να σας πει ποιοι είστε πραγματικά. Αποκαθίσταται σημαντική εσωτερική ισορροπία όταν κάποιος βρει τρόπο να κάνει αυτό που η καρδιά του επιθυμεί. Και δεν είναι μοναδικός ο τρόπος. Πόσο μάλλον ο δρόμος που καταλήγει σε αυτόν.

The above is an extract from the first screenplay I ever wrote. It was once upon a time in primary school, deeply influenced by the movie Thou-Vou Bald Agent, a slapstick comedy with Thanasis Veggos. Το παραπάνω είναι απόσπασμα από το πρώτο σενάριο ταινίας που έγραψα ποτέ. Θα ήταν κάπου στο δημοτικό, βαθύτατα επηρεασμένος από την ταινία Θου – Βου Φαλακρός Πράκτωρ. Επιχείρησις: Γης Μαδιάμ, με τον Θανάση Βέγγο.

This second piece is an extract from one of the adventure game scripts I wrote, also while in primary school. Αυτό, δε, είναι απόσπασμα ενός από τα σενάρια που έγραφα μικρός για adventure games στον υπολογιστή.

Last but not least, an extract from one of the comic strips I used to draw while in early high school.

These where samples of a specific calling. To be honest, I didn’t fully comprehend the calling, back then. Focusing on my comics drawing skills, I stated that I wanted to become a comics artist.

Influenced by my parents, who put forth the convincing argument that “architecture would help my comics skills,” I started my studies in the school of architecture. I followed the curriculum with enough pleasure, but I always felt like an outsider; my foot was always in the door -on the way out. I was looking for excuses to do things other than actual architecture: I would join the choir, the theatre team, the dark room… Until, at some point, through a couple of optional courses, I came across cinema and started writing and shooting films, a period highlighted by the feature zombie comedy Dajenech.

Perhaps I didn’t realise it when I was little. Looking at all this journey retrospectively, though, in my mid-twenties, I realised that there is an axis connecting all these activities: storytelling. Be it comics, or interactive fiction, or movies, or theatre, or perhaps a novel, sometime in the future, I am happy -and grateful towards myself- to see that despite the diversions, I stayed faithful to what I wanted to be when I grow up.

To these first steps depicted above I return in times of inner struggle. All I have to do is remember that I always wanted to be a storyteller when I grow up. These are my roots. Screenplays? Stage plays? Fairy tales? Computer games? Graphic novels? Table RPGs? What difference does it make? Each medium has its virtues. I have discovered the common denominator that makes me happy.

I didn’t discover it through hypnosis or deep meditation. I did it by paying my respects to what I loved as a kid. I simply remembered the answers that I knew when I was little.

Και αυτό, απόσπασμα ενός από τα κόμιξ που έκανα στο γυμνάσιο.

Αυτά ήταν τα δείγματα μιας συγκεκριμένης κλήσης μου (ναι, με ήτα· πάει να πει κάλεσμα), στην παιδική μου ηλικία. Για να πω την αλήθεια, την κλήση αυτή δεν την αναγνώρισα επιτυχώς. Eστιάζοντας αποκλειστικά στο σκίτσο και τα κόμιξ, στο λύκειο δήλωσα ότι ήθελα να γίνω κομίστας.

Επηρεασμένος από τους γονείς μου, οι οποίοι προέβαλλαν το πειστικό ομολογουμένως επιχείρημα “η αρχιτεκτονική θα σε βοηθήσει ως κομίστα,” ξεκίνησα τις σπουδές μου στην αρχιτεκτονική. Παρακολουθούσα τα μαθήματα με αρκετή ευχαρίστηση, ωστόσο πάντα ένιωθα outsider· πάντα ήμουν με το ένα πόδι έξω από εκεί μέσα. Έψαχνα αφορμές για να μην κάνω αρχιτεκτονική. Πήγαινα στη χορωδία, στη θεατρική ομάδα, στον σκοτεινό θάλαμο… Κάποια στιγμή, με αφορμή ένα δυο μαθήματα επιλογής, ήρθα σε επαφή με το σινεμά και άρχισα να γράφω και να γυρίζω ταινίες, με αποκορύφωμα εκείνης της περιόδου το μεγάλου μήκους Dajenech.

Μπορεί μικρός να μην το συνειδητοποιούσα. Κοιτώντας όμως αναδρομικά όλη αυτή την πορεία, στα 25 μου περίπου, συνειδητοποίησα ότι υπάρχει ένας σταθερός άξονας που συνδέει όλες αυτές τις φαινομενικά ασύνδετες ασχολίες: η αφήγηση· το storytelling. Είτε κόμιξ, είτε interactive fiction, είτε ταινίες και θέατρο, ίσως και διηγήματα ή μυθιστορήματα κάποτε στο μέλλον, βλέπω με αγαλλίαση -και με απέραντη ευγνωμοσύνη προς τον εαυτό μου- ότι παρά την όποια παράκαμψη (να τολμήσω να πω ίσως και “χάρη στην παράκαμψη αυτή;”), έμεινα πιστός σε αυτό που από μικρός λάτρευα.

Σε αυτά τα πρώτα μου βήματα επιστρέφω νοερά, σε στιγμές εσωτερικών συγκρούσεων και αμφιβολιών· κάθε φορά που κλονίζεται η πίστη μου στο μονοπάτι μου. Θυμάμαι ότι από πάντα ήθελα να γίνω αφηγητής ιστοριών. Αυτές είναι οι ρίζες μου. Ιστορίες για τη μεγάλη οθόνη; Για το θεατρικό σανίδι; Για παιδικά παραμύθια; Για παιχνίδια στον υπολογιστή; Για κόμιξ; Για επιτραπέζια role playing games; Τι σημασία έχει; Το κάθε μέσο έχει τις χάρες του. Και εγώ έχω βρει τον κοινό παρονομαστή που με κάνει ευτυχισμένο.

Και δεν τον βρήκα με ύπνωση ή βαθύ διαλογισμό. Το έκανα δίνοντας (επιτέλους) σημασία σε αυτά που ως παιδί αγαπούσα. Θυμήθηκα τις απαντήσεις που μικρός ήξερα.

Learning

Μαθαίνοντας

While I was preparing a long article for my newsletter’s current issue, my son, who is almost one year old, during the last few days started toddling without using his hands as support, as he used to for the past two months or so.

This gave me food for thought. I decided to postpone the other article for a later issue, in order to share my thought with you. This is it:

We totally misunderstand time.

Don’t go too far with this; I don’t mean we lack advanced knowledge of astrophysics. I simply mean that our attitude towards time is usually a bit extreme and polarised:

We either think that something should be done immediately or take a long time.

Thus, we are used to being impatient with many things which, according to our opinion, should be done with immediately; for example, going off when the light turns green. On the other hand, we distrust things that come quicker than expected; we are suspicious of very quick service, thinking that good work takes time.

On this vague conception of time lies our difficulty to believe that a toddler makes progress overnight. An adult brain can’t easily cope with the ease of changes (naturally) happening in a child’s life.

What is the matter with us? Has adulthood gradually taken away our belief in evolution and transformation? Having seen more and more failures and periods of stasis, does an adult stop believing in change?

Nevertheless, changes happen all around. I see them on my son growing up. I see it on myself, getting old, too (although an adult deliberately tries to ignore such changes).

If, for some, these thoughts are self-evident, please excuse me. It is probably the emotion, too. My son, toddling, changing, gives me life lessons every day.

It is no little thing, for a stupid and egotistic adult, to learn how to learn, from a little child.

Εκεί που ετοίμαζα ένα εκτενές κείμενο για το τρέχον τεύχος του newsletter, ο σχεδόν ενός έτους γιος μου, μέσα σε λίγες μόνο μέρες, άρχισε να περπατά χωρίς να κρατιέται από τα χέρια μας, όπως συνήθιζε και χρειαζόταν εδώ και δύο μήνες περίπου.

Με αφορμή αυτό το γεγονός, έκανα μια σκέψη. Τή βρήκα μάλιστα τόσο σημαντική, που αποφάσισα να αναβάλω το κείμενο που έγραφα για επόμενο τεύχος και να τή μοιραστώ μαζί σας. Η σκέψη είναι η εξής:

Παρεξηγούμε εντελώς την έννοια του χρόνου.

Μην το πάτε πολύ μακριά αυτό· δεν εννοώ ότι υστερούμε σε προχωρημένες γνώσεις αστροφυσικής. Απλώς εννοώ ότι η προσέγγισή μας προς τον χρονο είναι συνήθως κάπως ακραία και πολωμένη:

Θεωρούμε ότι κάτι είτε πρέπει να γίνεται αμέσως, είτε να παίρνει πάρα πολύ χρόνο.

Ενώ λοιπόν συνηθίζουμε να ανυπομονούμε για ένα σωρό πράγματα που, κατά τη γνώμη μας, θα έπρεπε να εκτελούνται αμέσως, όπως για παράδειγμα την εκκίνηση στο πράσινο φανάρι, δυσπιστούμε απέναντι σε άλλα που μάς παρουσιάζονται πιο γρήγορα από ό,τι περιμένουμε· για παράδειγμα, είμαστε καχύποπτοι απέναντι σε κάποιον που μάς προσφέρει ταχέως τις υπηρεσίες του· λέμε “το καλό πράγμα αργεί.”

Δεν είναι τυχαίο ότι συνυπάρχουν οι αντίθετες παροιμίες: “το γοργόν και χάριν έχει” με “το αργόν και χάριν έχει.” Αδυνατούμε να ξεκαθαρίσουμε, όχι μόνο πότε κάτι είναι γρήγορο ή αργό, αλλά και ποια από τις δύο περιπτώσεις είναι καλύτερη για μας.

Σε αυτή την ασαφή ανθρώπινη θεώρηση βρίσκεται και η δυσκολία μας να πιστέψουμε ότι ένα βρέφος αποκτά δεξιότητες από τη μια μέρα στην άλλη. Στο μυαλό ενός ενήλικα δε χωρούν εύκολα οι αλλαγές που ένα βρέφος πραγματοποιεί (με απόλυτη φυσικότητα).

Τι μας συμβαίνει, άραγε; Μήπως, με την ενηλικίωση, χάνει κανείς σταδιακά την πίστη του στις εξελίξεις και τις μεταμορφώσεις; Μήπως ένας ενήλικας, βλέποντας όλο και περισσότερες αποτυχίες, όλο και περισσότερη στασιμότητα γύρω του, παύει τελικά να πιστεύει στην αλλαγή;

Κι όμως, αλλαγές συμβαίνουν παντού γύρω μας. Εγώ τις βλέπω στον γιο μου που μεγαλώνει. Και σε μένα, που μεγαλώνω (αν και συνήθως τέτοιες αλλαγές ένας ενήλικας κάνει πως δεν τις βλέπει).

Αν για κάποιους από σας οι παραπάνω σκέψεις είναι πράγματα αυτονόητα, ας με συγχωρήσετε. Είναι και η συγκίνηση, βλέπετε. Ο γιος μου, περπατώντας, αλλάζοντας, μου δίνει καθημερινά μαθήματα ζωής.

Δεν είναι και λίγο, για έναν βλάκα και εγωιστή ενήλικα, να μαθαίνει πώς να μαθαίνει, από ένα μικρό παιδί.