Singing as ammunition

Τραγούδια ως πυρομαχικά

Photograph from Angelopoulos's "Traveling Players"

I’ve been wanting to post this for quite a while: here are three examples of film scenes where songs are used instead of speech, during dramatic confrontations. Moreover, they belong to three of my favourite films of all time. Ήθελα να γράψω από καιρό αυτό το αρθράκι: ορίστε τρία παραδείγματα κινηματογραφικών σκηνών, όπου τραγούδια χρησιμοποιούνται, αντί για λόγο, σε δραματικές αντιπαραθέσεις. Επιπλέον, προέρχονται από τρία από τα πιο αγαπημένα μου φιλμ όλων των εποχών.

Casablanca: Play the Marseilleuse

The German officers’ singing is wiped out by the French national anthem, initiated by resistance chief Victor Laszlo. Eventually, this musical revolution is oppressed by order of Major Strasser.

Καζαμπλάνκα: Παίξτε τη Μασσαλιώτιδα

Το πατριωτικό τραγούδι των Γερμανών αξιωματικών πνίγεται από τον Γαλλικό εθνικό ύμνο, τον οποίο παραγγέλνει από την ορχήστρα ο αντιστασιακός ηγέτης Βίκτορ Λάζλο. Τελικά, αυτή η μουσική επανάσταση καταπνίγεται με διαταγή του ταγματάρχη Στράσσερ.

The Travelling Players: New Year’s Eve of 1946

Just as the Greek Civil War is about to break out, two groups of opposing sides share the same nightclub. Just like in Casablanca, the final word comes from the man with the gun.

Ο Θίασος: Παραμονή πρωτοχρονιάς του 1946

Καθώς ο Εμφύλιος ετοιμάζεται να ξεσπάσει, δύο παρέες από διαφορετικά στρατόπεδα μοιράζονται το ίδιο νυχτερινό κέντρο. Όπως στην Καζαμπλάνκα, η τελευταία λέξη έρχεται από τον άντρα με το πιστόλι.

Take the Money and Run: Gonna see miss Liza

Virgil makes an attempt to break the monotonous blues, not by introducing a different song, but by trying variations of the same (implying that he has heard enough of it). Nevertheless, the group rejects him without a word.

Ζητείται Εγκέφαλος Για Ληστεία: Η Δεσποινίς Λάιζα

O Βίρτζιλ αποπειράται να σπάσει τη μονοτονία του μπλουζ, όχι εισάγοντας νέο τραγούδι, αλλά δοκιμάζοντας παραλλαγές πάνω στο ίδιο (υπονοώντας ότι το άκουσε αρκετές φορές). Ωστόσο, η ομάδα τον απορρίπτει, χωρίς λέξη.

What I learned from my improvised short film All Clean

Τι έμαθα από τη μικρού μηκους ταινία μου και προϊόν αυτοσχεδιασμού All Clean

A still from my short film All Clean.

When I started working on the project that resulted to the film All Clean, I named it “The Film Improvisation Project” and my sincere goal was to get a story out of the actors’ interaction, with as less intervention as possible from my part as a screenwriter. Eventually, things didn’t happen exactly like this. What did I learn from that project, in regard to improvisation as an approach to filmmaking?

The process went as follows:

At first, for two or three months, I let the actors play, in pairs or threes, videotaping them and giving some direction. In that way, I gathered several scenes, without doing any effort to connect or build on them.

After that, I remember my problem: now what? I had two dozens of scenes, featuring two or more characters each, totally irrelevant to each other. How was I to get a story out of this chaotic collection?

I attempted to give a democratic solution: as the shooting dates approached, I invited the actors to decide which scenes we wanted to keep and how they could connect in a dramatically functioning way.

I remember that not much came out of that discussion. Perhaps I was naive enough to expect a story to emerge by itself, just because we had good intentions as a group. (I also learned a big lesson: if you let actors play in a scene, a PRESENT MOMENT that is, they can work miracles. If you get them out of the action, though, out of the PRESENT MOMENT, and you sit them at the table with pen and paper, and get them to contemplate on the oeuvre’s plot -unless some of them have specific writing or storytelling skills, which are quite different to the acting ones- you can see them lose their glow, fade, shut down, as if they are afraid to disappoint you or as if they don’t care. Writing is not their field.)

So, what did actually happen? I sat myself down and crafted the plot. Alone.

I felt a tad miserable. I was forcing a story that didn’t want to emerge. This was not improvisation. I was betraying my expectations of a genuine film improvisation project.

On one hand, yes, I was inspired by elements that had emerged through improvisation: in one of the scenes, actor Emma Newborn played a girl that clashed with her dad over her homosexuality; in another, Clare Buckingham played the cleaner in a home where Kathy Trevelyan played the mother; in another, Emma Perry and Jordan Page played the sisters; some other scene sparked the office environment, where Debra Baker played the manager announcing personnel redundancies.

On the other hand, though, I had to edit the plot ruthlessly, ignoring democratic procedures and taking decisions of my own, aiming to crafting a story that would actually work.

To a certain degree, I had embraced chaos. To another degree, I had forged (and forced) chaos to fit into the structure of a screenplay. What was different to ordinary screenwriting? The fact that I had actors helping me? Coming up with ideas for me? What was that thing I called improvisation project?

Obviously, I was thinking as a purist: I believed in a process that would produce results by the involvement of people alone. I saw this process fail. I was disappointed by how much I had to intervene.

Later, though, I gave it some more thought. I had:

1. let some actors come up with ideas and develop scenes through impro,
2. taken elements of plot and characters from the impro stage and I had composed a story,
3. let the actors improvise again, within the story frame,
4. transcribed and edited the improvised dialogue and I had written a shooting script, which got shot, with very little improvisation, like most screenplays.

Steps 1 and 3 were pure improvisation. Steps 2 and 4 were not. The reason is simple: steps 2 and 4 required editing. 1 and 3 required playing and interacting. The improvisation worked, but only through specific stages of the process.

I had not betrayed my initial intentions, after all. Moreover, I had received a big lesson, on the different requirements of the creative process’s different stages.

I vividly remember that previous experience of mine, as I am currently approaching a film through improvisation, for the second time in my life. I am not following the above mentioned process, though.

More on this, though, in a future post.

Όταν ξεκίνησα το πρότζεκτ που κατέληξε στην ταινία All Clean, το ονόμασα “The Film Improvisation Project” και ειλικρινής στόχος μου ήταν να βγάλω μια ιστορία από την αλληλεπίδραση των ηθοποιών, με όσο λιγότερη δική μου παρέμβαση ως σεναριογράφου. Τελικά, τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς έτσι. Τι έμαθα από εκείνο το πρότζεκτ σχετικά με τον αυτοσχεδιασμό ως προσέγγιση στον κινηματογράφο;

Η διαδικασία είχε ως εξής:

Αρχικά, άφησα για δυο τρεις μήνες τους ηθοποιούς να παίζουν, σε ζεύγη ή τριάδες, βιντεοσκοπώντας τους αυτοσχεδιασμούς τους και δίνοντας κάποιες σκηνοθετικές οδηγίες. Μάζεψα έτσι κάμποσες σκηνές, χωρίς προσπάθεια να τις συνδέσω ή να χτίσω πάνω σε αυτές.

Στην επόμενη φάση, θυμάμαι καθαρά τον προβληματισμό μου: και τώρα; Είχα δυο ντουζίνες σκηνές με δύο ή περισσότερα άτομα, άσχετες μεταξύ τους. Πώς θα έβγαζα ένα στόρυ από αυτή τη χαώδη συλλογή;

Πήγα να δώσω μια λύση με δημοκρατικές διαδικασίες: καθώς θα πλησίαζαν οι ημερομηνίες που είχαμε αποφασίσει για γυρίσματα, κάλεσα τους ηθοποιούς να αποφασίσουμε ποιες σκηνές θέλαμε να κρατήσουμε στο στόρυ και πώς θα μπορούσαν να συνδεθούν δραματικά.

Θυμάμαι ότι δε βγήκε ιδιαίτερο συμπερασμα από εκείνη τη συζήτηση. Ίσως, αφελώς, έλπιζα ότι μια ιστορία θα ξεπηδούσε μόνη της, μόνο και μόνο επειδή είχαμε καλές προθέσεις. (Έμαθα, μάλιστα, και ένα μεγάλο μάθημα: οι ηθοποιοί, αν τους αφήσεις μέσα σε μια σκηνή, σε ένα ΤΩΡΑ, μπορούν να κάνουν θαύματα. Αν τούς βγάλεις, όμως, από τη δράση, από το ΤΩΡΑ, και τούς καθίσεις στο τραπέζι με χαρτί και μολύβι για να συλλογιστούν την πλοκή ενός έργου -εκτός από κάποιους με συγγραφικές ή αφηγηματικές ικανότητες, αρκετά διαφορετικές από την υποκριτική- τούς βλέπεις να χάνουν τη λάμψη τους, να μαραζώνουν, να κλείνουν, σα να φοβούνται μη σε απογοητεύσουν ή σα να μην ενδιαφέρονται. Η συγγραφή δεν είναι ο τομέας τους.)

Τι έγινε, τελικά; Έβαλα κάτω την πλοκή και την έφτιαξα. Mόνος.

Ένιωθα κάπως μίζερα. Βίαζα μια ιστορία που δεν ήθελε να βγει μόνη της. Αυτό δεν ήταν αυτοσχεδιασμός. Πρόδιδα τις προσδοκίες μου για ένα γνήσιο αυτοσχεδιαστικό φιλμ.

Αφ’ενός, ναι, εμπνεύστηκα από στοιχεία που είχαν ξεπηδήσει από αυτοσχεδιασμούς: σε μία σκηνή η ηθοποιός Έμμα Νιούμπορν έπαιξε μια κοπέλα που συγκρουόταν με τον πατέρα της για την ομοφυλοφιλία της· σε μια άλλη σκηνή, η Κλαιρ Μπάκινγκχαμ έπαιζε την καθαρίστρια μιας οικογένειας, της οποίας η μαμά ήταν η Κάθυ Τρεβελυάν· σε κάποια άλλη, η Έμμα Πέρρυ και η Τζόρνταν Πέιτζ έπαιζαν τις αδερφές· από κάποια άλλη σκηνή προέκυψε το γραφείο με την Ντέμπρα Μπέικερ ως μάνατζερ που ανακοινώνει τις απολύσεις προσωπικού.

Αφ’ετέρου, όμως, χρειάστηκε να επιμεληθώ ανελέητα την πλοκή, ξεχνώντας δημοκρατικές διαδικασίες και λαμβάνοντας δικές μου αποφάσεις, με στόχο να κατασκευάσω μια ιστορία που να δουλεύει.

Κατά ένα μεγάλο βαθμό, λοιπόν, είχα αγκαλιάσει το χάος. Κατά έναν επίσης μεγάλο βαθμό, είχα σφυροκοπήσει το χάος να μπει στα καλούπια ενός δομημένου σεναρίου. Ποια η διαφορά από τη συνήθη σεναριογραφία; Το ότι είχα ηθοποιούς να με βοηθήσουν; Να κατεβάσουν ιδέες για μένα; Τι ακριβώς ήταν αυτό που ονόμαζα αυτοσχεδιαστικό πρότζεκτ;

Προφανώς, σκεφτόμουν ως πουριστής: πίστευα σε μια διαδικασία που θα έβγαζε αποτελέσματα από την ανάμιξη ανθρώπων και μόνο. Είδα αυτή τη διαδικασία να αποτυγχάνει. Απογοητεύτηκα από το πόσο χρειάστηκε να παρέμβω.

Ύστερα, όμως, το σκέφτηκα πιο ψύχραιμα. Είχα:

1. αφήσει κάποιους ηθοποιούς να κατεβάσουν ιδέες και να αναπτύξουν σκηνές, μέσω αυτοσχεδιασμού,
2. πάρει στοιχεία πλοκής και χαρακτήρων από τη διαδικασία αυτοσχεδιασμού και είχα συνθέσει μια ιστορία,
3. αφήσει τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάσουν στα πλαίσια της ιστορίας,
4. γράψει και μοντάρει τους διαλόγους των αυτοσχεδιασμών και είχα καταλήξει σε τελικό σενάριο, το οποίο γυρίστηκε, με λίγους αυτοσχεδιασμούς, όπως τα περισσότερα σενάρια.

Τα βήματα 1 και 3 ήταν καθαρός αυτοσχεδιασμός. Τα 2 και 4 όχι. Ο λόγος είναι απλός: τα βήματα 2 και 4 απαιτούσαν επιμέλεια. Τα 1 και 3 απαιτούσαν παιχνίδι και αλληλεπίδραση ανθρώπων. Ο αυτοσχεδιασμός λειτούργησε, αλλά μόνο σε συγκεκριμένες φάσεις της όλης διαδικασίας.

Δεν είχα προδώσει τις αρχικές μου προθέσεις. Επιπλέον, είχα πάρει και ένα γερό μάθημα για τις διαφορετικές απαιτήσεις των διαφορετικών σταδίων της δημιουργικής διαδικασίας.

Η πλούσια αυτή προηγούμενη εμπειρία είναι πολύ ζωντανή στη μνήμη μου, καθώς δουλεύω τώρα, για δεύτερη φορά, σε μια ταινία που επιθυμώ να προσεγγίσω αυτοσχεδιαστικά. Δεν ακολουθώ, ωστόσο, την προηγούμενη διαδικασία.

Περισσότερα, όμως, για αυτά, σε επόμενο άρθρο.

The five steps of accepting a one-shot film: Sebastian Schipper’s interview on “Victoria”

Τα πέντε στάδια της αποδοχής μιας μονόπλανης ταινίας: η συνέντευξη του Σεμπάστιαν Σίππερ για τη “Victoria”

Screenshot from the film "Victoria."

Whenever I hear about movies filmed in one shot (Russian Ark, Birdman and -almost- Hitchcock’s Rope), my reaction goes through the following stages:

First, aversion: it seems to me that the director wants to pull off a stunt, by adding more difficulty to the already difficult feat called filmmaking, aiming just to show off, like riding a bicycle without using hands.

Second, smiling: I recall the Monty Python sketch that best illustrates my point: the pianist performing Tchaikovsky’s First Concerto, while escaping from a sack, three padlocks, and a pair of handcuffs.

Third, acceptance: of my not so well-hidden envy towards directors who think that big. It is, indeed, an impressive stunt. This is where my envy starts turning into admiration and inspiration.

Four, dialogue with inner child: I love riding a bicycle without using hands. Why not? “Look! No hands!”

Final stage, enjoyment: of Sebastian Schipper’s interview on his film Victoria, which was shot in one shot. The director is two times as courageous, since he shares with us the difficulties and “mistakes” of his creative process.

Όποτε ακούω για ταινίες που έχουν γυριστεί με ένα πλάνο (Η Ρώσικη Κιβωτός, Birdman, και -σχεδόν- η Θηλειά του Χίτσκοκ), η αντίδρασή μου περνά από τα παρακάτω στάδια:

Πρώτον, απέχθεια: μού φαίνεται ότι ο σκηνοθέτης θέλει να επιτύχει ένα ακροβατικό, προσθέτοντας μια επιπλέον δυσκολία στο ήδη απαιτητικό πράγμα που λέγεται γύρισμα, σα να κάνει ποδήλατο χωρίς χέρια.

Δεύτερον, χαμόγελο: θυμάμαι το σκετς των Μόντυ Πάιθον που εικονογραφεί καλύτερα τα παραπάνω: ο πιανίστας που εκτελεί το πρώτο κονσέρτο του Τσαϊκόφσκι, ενώ ταυτόχρονα δραπετεύει από ένα σάκο, τρεις κλειδαριές και ένα ζευγάρι χειροπέδες.

Τρίτον, αποδοχή: του όχι και τόσο καλά κρυμμένου φθόνου προς τους σκηνοθέτες που κάνουν τόσο μεγάλα σχέδια. Είναι πράγματι ένα πολύ εντυπωσιακό ακροβατικό. Σε αυτό το σημείο, ο φθόνος μου ξεκινά να μεταμορφώνεται σε θαυμασμό και έμπνευση.

Τέταρτον, διάλογος με το παιδί μέσα μου: μού αρέσει να κάνω ποδήλατο χωρίς χέρια. Γιατί όχι; “Κοιτάξτε! Χωρίς χέρια!”

Τελευταίο στάδιο, απόλαυση: του διαβάσματος της συνέντευξης του Sebastian Schipper για την ταινία του Victoria, ταινία που έχει γυριστεί όλη σε ένα πλάνο. Ο σκηνοθέτης αποδεικνύεται διπλά θαρραλέος, καθώς δε φοβάται να μοιραστεί μαζί μας τις δυσκολίες και τα “λάθη” του, κατά τη διαδικασία δημιουργίας της ταινίας.

The importance of trials

Η σημασία των δοκιμασιών

Giannis performing the kokyu dosa exercise in aikido.

Last weekend, I attended a two-day aikido seminar, at the Olympic Stadium, given by Donovan Waite sensei (7 dan Shihan).

The seminar was quite demanding; 80% of the attendees were black belts. A week has passed and I am still feeling a significant fatigue.

The fact that, after two and a half years of my practicing aikido, I can complete such a seminar is very important to me. Just like the exams in martial arts, for me, this seminar was a trial; an initiation ritual for my passage to a level higher than the one I was two weekends ago. A level representing not only my abilities as an aikidoka, but also virtues as an individual: patience, maturity, self control, courage, self confidence, etc.

Of course, we very often encounter trials, without them necessarily having ritualistic character. In our professional life, for instance, we are tried every time we deliver a project; every time we complete the draft of a screenplay; every time we lock a movie cut at the editing room; every time we close a deal.

These trials are important because they help us define a structure in our evolution. Having the supervision of such a structure, we can estimate how fast we evolve in our art, it being a martial, a visual, or a narrative one.

These thoughts I am having and the fatigue leaves me with an aftertaste of satisfaction.

Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο παρακολούθησα ένα διήμερο σεμινάριο αϊκίντο στο Ολυμπιακό Στάδιο, από τον δάσκαλο Donovan Waite (7 dan Shihan).

Το σεμινάριο ήταν αρκετά απαιτητικό· το 80% των συμμετεχόντων είχαν μαύρη ζώνη. Μία εβδομάδα μετά, αισθάνομαι ακόμη βαριά σωματική κόπωση.

Το ότι, ύστερα από δυόμισι χρόνια που κάνω αϊκίντο, καταφέρνω να παρακολουθήσω τέτοιο σεμινάριο έχει για μένα μεγάλη σημασία. Όπως και οι εξετάσεις στις πολεμικές τέχνες, το σεμινάριο αυτό ήταν για μένα μια δοκιμασία· μια τελετή μύησης για το πέρασμά μου σε ένα επίπεδο ανώτερο από αυτό που βρισκόμουν πριν από δύο Σαββατοκύριακα. Επίπεδο που εκπροσωπεί, πέρα από τις ικανότητές μου ως αϊκιντόκα, διάφορες αρετές μου ως ατόμου: υπομονή, ωριμότητα, ψυχραιμία, θάρρος, αυτοπεποίθηση, κ.α.

Φυσικά, δοκιμασίες συναντάμε πολύ συχνά, χωρίς να είναι απαραίτητα τελετουργικές. Στην επαγγελματική μας ζωή, για παράδειγμα, περνάμε δοκιμασία κάθε φορά που παραδίδουμε ένα πρότζεκτ· κάθε φορά που ολοκληρώνουμε ένα ντραφτ σεναρίου· κάθε φορά που κλειδώνουμε το μοντάζ μιας ταινίας· κάθε φορά που υπογράφουμε μια συμφωνία.

Οι δοκιμασίες αυτές είναι σημαντικές διότι μας βοηθούν να ορίσουμε μια δομή στην εξέλιξή μας. Έχοντας την εποπτεία μιας τέτοιας δομής, μπορούμε να εκτιμούμε πόσο γρήγορα εξελισσόμαστε στην τέχνη μας, είτε πρόκειται για πολεμική, είτε για εικαστική, είτε για αφηγηματική.

Τέτοιες σκέψεις κάνω και η κόπωση με αφήνει τελικά με μια επίγευση ικανοποίησης.

The Republic’s premiere

Η πρεμιέρα του Republic

Last night I attended the premiere of The Republic, a film directed by Dimitris Tzetzas and written by me.

The house was full. The previous couple of days I was experiencing mixed feelings of disappointment and glee, every time a friend complained that no tickets were available.

Having seen the film’s first cut, I had a fairly solid idea about Dimitris’s exceptional directing interpretation of each scene. The final film, though, was a revelation.

Dimitris, as an editor, had worked on the material with the precision of a Japanese swordsman, assembling a tight final cut that offers very few moments of breathing to the viewer.

Moreover, the magnificent cinematography (highlighted by the final stages’ colour processing), the infernal soundtrack (a rock concert would be more like it), and the frantic titles shook the audience -and me with it- during this two-hour journey, full with bold colours, loud music, motorcycle roars, martial arts, love for sale, and tons of violence.

Recalling our discussions on the film’s style, during the screenwriting process in 2012-13, I realise that Dimitris Tzetzas made exactly the movie that he had envisioned: a hard rock explosion, faithful to the action genre, with graphic novel influences, consciously exaggerated at times and introverted and sensitive at others; an experience difficult to be forgotten.

Dimitris, well done! And well done to all of us, your collaborators! I am very proud for the whole trip I took with you, following protagonist Achilles to his dirty business.

The film will be released in November. Don’t miss it! I say this as its screenwriter, but as its fan, as well.

Χτες το βράδυ πήγα στην πρεμιέρα της ταινίας The Republic, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τζέτζα και σενάριο δικό μου.

Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Τις προηγουμενες δύο μέρες βίωνα ανάμικτα συναισθήματα απογοήτευσης και αγαλλίασης, κάθε φορά που κάποιος φίλος μού παραπονιόταν ότι δεν μπόρεσε να βρει εισητήριο.

Έχοντας δει το πρώτο κατ της ταινίας, είχα ήδη μια καλή ιδέα για την εξαιρετική σκηνοθετική ερμηνεία του Δημήτρη στις διάφορες σκηνές. Η τελική ταινία, όμως, ήταν μια αποκάλυψη.

Ο Δημήτρης, ως μοντέρ πια, είχε επεξεργαστεί το υλικό με την ακρίβεια Ιάπωνα ξιφομάχου, συναρμολογώντας ένα σφιχτοδεμένο τελικό κατ, που προσφέρει στον θεατή ελάχιστες ευκαιρίες να αναπνεύσει.

Επιπλέον, η καταπληκτική φωτογραφία (που αναδείχθηκε με την επεξεργασία χρώματος), ο δαιμονισμένος ήχος (που συναγωνιζόταν ροκ συναυλία) και οι φρενήρεις τίτλοι ξεσήκωσαν το κοινό -και εμένα μαζί- σε ένα ταξίδι δύο περίπου ωρών με έντονα χρώματα, δυνατή μουσική, μαρσαρίσματα μηχανής, πολεμικές τέχνες, αγοραίο έρωτα και πολλή, μα πολλή βία.

Ενθυμούμενος, μάλιστα, τις συζητήσεις που είχαμε πάνω στο στυλ της ταινίας, κατά τη συγγραφή του σεναρίου το 2012-13, συνειδητοποιώ ότι ο Δημήτρης Τζέτζας κατασκεύασε τελικά ακριβώς την ταινία που είχε οραματιστεί: μια χαρντ ροκ πανδαισία, πιστή στο είδος της ταινίας δράσης, με επιρροές από graphic novel, εν γνώσει της υπερβολική σε κάποια σημεία και εσωστρεφής και ευαίσθητη σε άλλα· μια εμπειρία που δύσκολα ξεχνά ο θεατής.

Δημήτρη, μπράβο σου! Και μπράβο μας, σε όλη την ομάδα των συνεργατών σου! Είμαι πολύ περήφανος για το όλο ταξίδι που έκανα μαζί σου, ακολουθώντας τον πρωταγωνιστή Αχιλλέα στις βρωμοδουλειές του.

Η ταινία βγαίνει στους κινηματογράφους τον Νοέμβριο. Μην τη χάσετε! Σας το λέω ως ο σεναριογράφος της, αλλά και ως φαν.